Μη χασετε
Αρχική / Τεύχη / Τεύχος 2 2002

Αρχείο κατηγορίας: Τεύχος 2 2002

Feed Subscription

Κυτταρογενετική διερεύνηση 105 ατόμων από οικογένειες με αμοιβαίες μεταθέσεις (reciprocal translocations)

Σκοπός της εργασίας ήταν να μελετήσουμε τις οικογένειες με αμοιβαίες μεταβάσεις [(AM) (re¬ciprocal translocations)], να εκτιμήσουμε τις επιπτώσεις αυτών στην αναπαραγωγή και να εκθέσουμε την συμβολή μας στην πρόλημη. Μέθοδος: Τα έτη 1973-2002 ερευνήσαμε κυτταρογενετικά 27 οικογένειες με AM αυτοσωματικών χρωμοσωμάτων και ανασκοπήσαμε τους φακέλους των και των συγγενών των. Τις ομα¬δοποιήσαμε σε ομάδες: ομάδα A, με κληρονομικές ισορροπημένες AM, ομάδα Β με de novo ισορροπημένες AM και ομάδα Γ με de novo μη ισορροπημένες AM. Καταγράμαμε τους καρυοτύπους, την ένδειξη ελέγχου, την ηλικία των γονέων, τα προβλήματα αναπαραγωγής, τα ευρήματα της αμνιοκέντησης και συγκρίναμε τα ευρήματα της ομάδας A με αυτά των Β και Γ. Ενρήματα: Ερευνήσαμε συνολικά 105 άτομα: από την A (14 οικογένειες) 62, από την Β (5 οικογένειες) 13 και από την Γ (8 οικογένειες) 30. Στην A, φορείς ήταν 8 μη¬τέρες νεαρής ηλικίας 20-32 ετών και 6 πατέρες. Ένδειξη ελέγχου των οικογενειών ήταν: α) μόνο αποβολές (2-4 α' τριμήνου) σε 4 β) αποβολές και δυσπλαστικό παιδί σε 10. Οι 14 οικογένειες είχαν συνολικά 28 απο¬βολές, 10 δυσπλαστικά παιδιά (3 επιξούν), 5 φορείς, 7 άτομα με φυσιολογικά χρωμοσώματα και ένα με σύν¬δρομο cri du chat:. Η μέση ηλικία των μητέρων κατά τον τοκετό ήταν 26 έτη. Διενεργήσαμε 14 αμνιοκεντή- σεις σε 9 οικσγένειες και γεννήθηκαν 11 υγιή παιδιά (7 φορείς και 4 με φυσιολογικά χρωμοσώματα), ενώ έγινε διακοπή σε 3 παθολογικά έμβρυα, τα οποία είχαν μη ισορροπημένη μετάθεση. Στην ομάδα Β οι 5 de novo φορείς ήταν: 2 γυναίκες, 19 και 29 ετών, με αραιομηνόρροια και πρωτοπαθή αμηνόρροια αντίστοιχα και με καρυοτύπους 46,XX,t (4;X)(p16;q24— ter) και 46,XX,t (9;X)(q31- ter;p22), ενώ 3 ήταν έμβρυα προ¬ϊόντα αμνιοκέντησης, λόγω προχωρημένης ηλικίας της μητέρας (43 ετών) το ένα και λόγω υπερηχογραφι- κών ευρημάτων των εμβρύων σε δύο νεαρές έγκυες (22 και 25 ετών) τα άλλα δύο. Σε 2 έγινε διακοπή, ενώ 1 γεννήθηκε (σήμερα είναι 10 ετών φυσιολογικό αγόρι). Στην ομάδα Γ οι 6 ασθενείς ερευνήθηκαν λόγω πολ¬λαπλών δυσπλασιών και νοητικής υστέρησης, ένα κορίτσι για χαμηλό ανάστημα (45,XO/46,XXp+) και τέλος ένα έμβρυο προγεννητικά λόγω προηγουμένου δυσπλαστικού παιδιού στην οικογένειά του. Σε 6 ασθενείς δεν ήταν δυνατόν να ταυτοποιηθεί το επιπλέον γενετικό υλικό με τις μεθόδους Q- και G-banding. Η μέση ηλικία των μητέρων ήταν 27 ετών και δεν είχαν προβλήματα αναπαραγωγής. Υπήρχαν 4 υγιή παιδιά και γεννή¬θηκαν σε 2 οικογένειες με αμνιοκέντηση άλλα 2 υγιή νεογνά. Σνμπεράσματα: Οι κληρονομικές και de novo μεταθέσεις αριθμητικά ήταν περίπου ίσες (14/27, 13/27). Οι ηλικίες των μητέρων ήταν επίσης συ¬γκρίσιμες (26:27 έτη). Οι οικογένειες με κληρονομική μετάθεση, ενώ είχαν πολλά προβλήματα αναπαραγω¬γής, είχαν τα λιγότερα ζώντα παθολογικά παιδιά σε σχέση με τις de novo (3/14, 9/13). Η αποκάλυμη των φορέων προλαμβάνει τα προβλήματα αναπαραγωγής τους. Φαίνεται λοιπόν ότι υπάρχει ανάγκη πολύ προ¬σεκτικής και συστηματικής παρακολούθησης των κυήσεων ιδίως των νέων μητέρων και με ελεύθερο ιστο¬ρικό, με σωστή χρήση των πρόσφατων ορολογικών και υπερηχογραφικών δεικτών, οι οποίοι οδηγούν στην έγκαιρη αναγνώριση των de novo χρωμοσωμικών μεταθέσεων.

Διαβάστε περισσότερα »

Aντιασθματικά φάρμακα και χρήση τους στην παιδιατρική πράξη

Η αντιασβματική δεραπεία εξαρτάται από τη βαρύτητα του άσδματος και αποσκοπεί στην ανακού­φιση των συμπτωμάτων που οφείλονται στην απόφραξη και τη φλεγμονή των αεροφόρων οδών, στην πρόλημη των εξάρσεων και τη διατήρηση φυσιολογικής πνευμονικής λειτουργίας. Οι β2-διεγέρτες και τα εισπνεόμενα στεροειδή είναι τα αποτελεσματικότερα φάρμακα για την αντιμετώπιση του βρογχόσπασμου και της φλεγ­μονής. Το ιπρατρόπιο, τα αντιλευκοτριένια, οι χρωμόνες και η δεοφυλλίνη αποτελούν φάρμακα δεύτερης ή και τρίτης γραμμής στην αντιασθματική δεραπεία. Οι σύγχρονες απόμεις για την αντιασβματική δεραπεία στη­ρίξουν την εφαρμογή συνδιασμού φαρμάκων συντήρησης με αρκετές εναλλακτικές λύσεις για να καλύπτονται οι ιδιαιτερότητες των ασδενών. Ωστόσο, παραμένει πρόκληση η δεραπεία σε παιδιά μικρότερα των 5 ετών, καθώς τα δεδομένα για την ασφάλεια και τις δόσεις των περισσότερων αντιασθματικών φαρμάκων είναι ελλειπή. Η έρευνα για τους μηχανισμούς που διέπουν το βρογχικό άσθμα προχωρά με γρήγορους ρυθμούς και αναγνωρίζονται νέοι πιθανοί στόχοι πρόληψης αλλά και θεραπευτικής προσέγγισης για το μέλλον.

Διαβάστε περισσότερα »

Συχνότητα ανίχνευσης και τύπος αυτοαντισωμάτων σε οικογένειες παιδιών που πάσχουν από χρόνιες ρευματοπάθειες

Σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνηβεί η συχνότητα της παρουσίας και o τύπος των αυτοαντι¬σωμάτων στους συγγενείς 1ου βαδμού παιδιών που πάσχουν από χρόνιες ρευματοπάδειες (ΧΡ). Υλικό- Μέβοδοι: 32 οικογένειες (143 άτομα) που είχαν ένα παιδί και ένα ή περισσότερα άλλα μέλη (συγγενείς 1ου ή 2ου βαδμού του παιδιού) πάσχοντα από ΧΡ (ομάδα Α), 36 οικογένειες (149 άτομα) που είχαν μόνο παιδιά πάσχοντα από ΧΡ (ομάδα Β) και 20 οικογένειες (85 άτομα) που δεν είχαν κάποιο μέλος (παιδί ή ενήλικα) να πάσχει από ΧΡ (ομάδα Γ). Για την ανίχνευση των αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ΑΝΑ, dsDNA, ENA) χρη- σιμοποιήδηκαν οι τεχνικές του εμμέσου ανοσοφδορισμού (IFA), η ημιποσοτική ανοσοενζυμική μέδοδος (ELISA) και η ανοσοαποτύπωση. Για την ανίχνευση των αντιδυρεοειδικών (ATA), των αντιγαστρικών (PCA), των κατά των λείων μυικών ινών (SMA), των ηπατονεφρικών (LKM) και των κατά της δικτυωτής ουσίας (R1) αυτοαντισωμάτων χρησιμοποιήδηκε ο έμμεσος ανοσοφδορισμός. Τα αντισώματα κατά του κυτταροπλάσμα¬τος των ουδετεροφίλων (p-ANCA, c-ANCA) και τα αντικαρδιολιπινικά αντισώματα (aCL) προσδιορίστηκαν με την τεχνική ELISA. Τα επίπεδα του ρευματοειδούς παράγοντα (RF) μετρήδηκαν με ειδική τεχνική κινητικής νεφελομετρίας με το νεφελόμετρο ΒΝΑ. Αποτελέσματα: Η συχνότητα των ΑΝΑ και του RF ήταν σημαντικά υμηλότερη στην ομάδα Α (14% και 12,03% αντίστοιχα) συγκριτικά με την ομάδα Β (6,2% και 1,77%) και την ομάδα Γ (4,8% και 2,3%), (p<0.01). Η διάμεση τιμή του τίτλου των ΑΝΑ ήταν σημαντικά υμηλότερη στην ομά¬δα Α συγκριτικά με τις υπόλοιπες 2 ομάδες. Συνύπαρξη ΑΝΑ/ΕΝΑ παρατηρήδηκε σπάνια σ’ όλες τις ομάδες. Η παρουσία των αυτοαντισωμάτων δεν σχετίζονταν πάντοτε με την παρουσία ρευματικού νοσήματος. Έτσι, 4,8% των ΑΝΑ και 2,3% των RF ανιχνεύδηκαν σε υγιή μέλη των οικογενειών της ομάδας Α. Η ανίχνευση των ΑΤΑ, PCA, LKM, ANCA και aCL ήταν σπάνια και συγκρίσιμη μεταξύ των 3 ομάδων. Τα αντι-SMA και αντι^1 βρέδηκαν συχνότερα στα άτομα των ομάδων Α και Β απ’ ότι στην ομάδα Γ. Συμπεράσματα: Τα ευ¬ρήματα αυτά δείχνουν ότι τα αυτοαντισώματα που χαρακτηρίζουν τις ΧΡ (ΑΝΑ και RF) ανιχνεύονται συχνά στους συγγενείς 1ου βαδμού των παιδιών που πάσχουν από ΧΡ και κυρίως των οικογενειών στις οποίες υ¬πάρχει συσσώρευση ρευματικών νοσημάτων. Από τα αυτοαντισώματα που δεν σχετίζονται με ΧΡ, αυτά που χαρακτηρίζουν την νόσο του Crοάα (αντι^1) και την αυτοάνοση ηπατίτιδα (αντι-SMA) είναι τα συχνότερα ανιχνευόμενα στα μέλη των οικογενειών αυτών.

Διαβάστε περισσότερα »

Φυσική δραστηριότητα σε παιδιά με άσθμα μετά απο άσκηση

Στους περισσότερους ασθενείς με άσδμα, η φυσική δραστηριότητα αποτελεί σημαντικό ερεϋιστικό παράγοντα για ασθματικές κρίσεις. Σε μερικούς είναι το μοναδικό ερέθισμα. Το άσθμα μετά από άσκηση (ΑΜΑ) ορίζεται σαν το παροδικό φαινόμενο βρογχόσπασμου σε σχέση με φυσική άσκηση. Προέχει στα παιδιά λόγω της μεγαλύτερης συμμετοχής τους σε έντονες δραστηριότητες. Η βαρύτητα του βρογχόσπασμου στο ΑΜΑ σχετίζεται με το επίπεδο αερισμού, θερμότητα και απώλεια νερού από το αναπνευστικό δένδρο και επίσης το βαθμό επαναθέρμανσης και επανυδάτωσης μετά πρόκληση. ΑΜΑ συμβαίνει σε κάθε κλιματολογικη κατάσταση, αλλά αυξάνει σημαντικά σε ξηρό - κρύο αέρα και λιγότερο σε θερμά, υγρά κλίματα. Με την κατάλληλη θεραπεία, 90 % των ασθενών με ΑΜΑ ελέγχουν τα συμπτώματά τους και είναι ικανοί να συμμετάσχουν σε έντονες δραστηριότητες. Επιπρόσθετα, η φυσική δραστηριότητα θα πρέπει να είναι μέρος του θεραπευτικού σχήματος σ’ αυτά τα παιδιά. Η φυσική δραστηριότητα μειώνει τον αναγκαίο αερισμό που καθορίζει το επίπεδο της συντήρησης της δραστηριότητας και ένα καλά εκπαιδευμένο άτομο με ΑΜΑ εκδηλώνει συμπτώματα μετά άσκηση μόνο σε υμηλά επίπεδα δραστηριότητας πριν την άσκηση. Ετσι, είναι σημαντικό να συστήνουμε ότι αθλήματα και φυσική δραστηριότητα δεν πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενή με ΑΜΑ.

Διαβάστε περισσότερα »

Μηνιγγοεγκεφαλίτιδα κατά την πορεία μυκοπλασματικής πνευμονίας

Περιγράφεται περίπτωση αγοριού ηλικίας 6 χρονών, το οποίο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τον για πνευμονία από μνκόπλασμα, παρουσίασε επιπλοκή από το κεντρικό νευρικό σύστημα με τη μορφή της μηνιγγοεγκεφαλίτιδας. Η διάγνωση της νόσον τέθηκε με την αύξηση των IgG και IgM αντισωμάτων ορού έναντι τον μυκοπλάσματος της πνευμονίας. O εκτεταμένος έλεγχος για άλλα ιογενη η και μικροβιακά αίτια ήταν αρνητικός. O ασθενής μετά από δεκαπενθήμερη αγωγή με κλαριθρομυκίνη, ανάρρωσε πλήρως. Γίνε¬ται αναφορά στον παθογενετικό μηχανισμό της προσβολής του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και ανα¬σκόπηση της πρόσφατης βιβλιογραφίας.

Διαβάστε περισσότερα »

Κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα παιδιών με αποδεδειγμένη τύπου I αλλεργία στο γάλα αγελάδος

Πρόκειται για αναδρομική μελέτη. Ανασκοπήσαμε τα ιστορικά όλων των παιδιών με πιδανή αλ¬λεργία στο γάλα αγελάδας (ΑΓΑ) με κλινικά κριτήρια κατά τα έτη Ιανουάριος 1995 ως και Δεκέμβριος 1999. Ειδικά IgE αντισώματα στις πρωτεΐνες του γάλατος αγελάδος ανιχνεύδηκαν σε 158/898 (18,41%) παιδιά, αναλυτικά ως εξής: α-Λακταλβουμίνη 88/158 (55,69%) των παιδιών, β-Λακτοσφαιρίνη 65/158 (41,14%) και καζεΐνη 58/158 (36,71%). Η κλινική παρακολούδηση των παιδιών με ΑΓΑ έδειξε βελτίωση σε ποσοστό 77,84%, βελτίωση αλλά συχνές υποτροπές σε ποσοστό 16,84% και μη βελτίωση στο 5,69%. Δόδηκαν οδηγίες χορήγησης υποαλλεργικών γαλάτων, κυρίως με υδρολυμένες πρωτεΐνες στα παιδιά με ΑΓΑ. Η ΑΓΑ η οποία προκαλείται με μηχανισμό IgE είναι παροδική στα περισσότερα παιδιά, σπάνια είναι επικίνδυνη για τη ζωή, ως αναφυλακτική αντίδραση και συχνά είναι εκδήλωση πολλαπλής τροφικής αλλεργίας. Στο 35% των παι¬διών με ΑΓΑ συνυπήρχε αλλεργία του δέρματος και σε ποσοστό περίπου 15% αλλεργία του αναπνευστικού.

Διαβάστε περισσότερα »

Εργαστηριακή διερεύνηση των πυρετικών σπασμών

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η μελέτη των μεταβολών των εργαστηριακών δεδομένων κατά την διάρκεια των πυρετικών σπασμών (Π.Σ) στα παιδιά και η συσχέτιση τους με το είδος και την διάρ¬κεια των σπασμών. Υλικό της μελέτης μας απετέλεσαν 91 παιδιά με Π.Σ, ηλικίας <5 ετών που νοσηλεύτη¬καν στην κλινική μας το χρονικό διάστημα 1995-2000. Για κάθε παιδί έγινε καταγραφή των δημογραφικών δεδομένων, των κλινικών και εργαστηριακών παραμέτρων και της αντιμετώπισης των σπασμών. Αποτελέ¬σματα: Το 69% ήταν αγόρια, ενώ στο σύνολο των παιδιών η μέση ηλικία ήταν 24 μηνών. Υμηλή πυρετική κίνηση (>38,5ο0) παρουσίασε το 72,5%. Προηγούμενα επεισόδια Π.Σ ανέφερε το 27%. Κληρονομικότητα κα¬ταγράφηκε στο 24%. Διάρκεια >15 min παρουσίασε το 14% και υποτροπή το 1ο 24ωρο, το 5,6%. Τα αποτε¬λέσματα των εξετάσεων κινήθηκαν εντός των φυσιολογικών ορίων, εκτός από την τιμή της γλυκόζης που ήταν αυξημένη (>130 mg/dl) στο 83,5% και αποκαταστάθηκε ως την 5η ώρα από την εισαγωγή. Στους πα- ρατεταμένους Π.Σ (>15 min) η γλυκόζη ήταν αυξημένη στο 100%. Σε Θ.Σ >38,5ο0 αύξηση της γλυκόζης αί¬ματος παρουσίασε το 73% των παιδιών. Επίσης αυξημένη τιμή γλυκόζης είχε το 55% των παιδιών με υμηλά WBC και μόνο το 39% από τα παιδιά με φυσιολογικά WBC. Στο 83% των παιδιών οι σπασμοί υποχώρησαν χωρίς ειδική αγωγή. Χορήγηση διαζεπάμης ίυ έγινε στο 14%. Συμπεράσματα: Οι Π.Σ αφορούν κυρίως παι¬διά μικρής ηλικίας και είναι συνήθως απλοί. Η εργαστηριακή διερεύνηση δείχνει ότι τις πρώτες ώρες πα¬ρατηρείται σημαντική αύξηση της τιμής της γλυκόζης αίματος. H stress υπεργλυκαιμία σχετίζεται άμεσα με την υμηλή πυρετική κίνηση, την διάρκεια των σπασμών και με τα υμηλά WBC.

Διαβάστε περισσότερα »

Πολυπαραγοντικά νοσήματα και προγεννητική διάγνωση

Σοβαρές συγγενείς δυσπλασίες όπως το συγγενές εξάρθρημα, η πυλωρική στένωση, οι συγγενείς καρδιοπάθειες, οι βλάβες του νωτιαίου σωλήνα, αλλά και πολλά από τα χρόνια νοσήματα των ενηλίκων ό¬πως ο σακχαρώδης διαβήτης, η επιλημία, το γλαύκωμα κ.λ,π. περιλαμβάνονται στα πολυπαραγοντικά νοσή¬ματα. H εκτίμηση του κινδύνου επανεμφάνισής τους είναι εμπειρική και προκύπτει από παρατηρήσεις στους διάφορους συγγενείς ενός πάσχοντα. Ορισμένα νοσήματα είναι θανατηφόρα και άλλα είναι συμβατά με τη ζωή. Για ορισμένα συστήνεται προγεννητικός έλεγχος, τόσο σε ομάδες υμηλού κινδύνου, όσο και στο γενικό πληθυσμό με επιλογή μέσω των δοκιμασιών διαλογής (screening).

Διαβάστε περισσότερα »

Λοίμωξη και βρογχικό άσθμα της παιδικής ηλικίας

Οι αναπνευστικές λοιμώξεις, που στην πλειονότητά τους είναι ιογενείς (κοινό κρυολόγημα, οξεία λαρυγγίτιδα, βρογχιολίτιδα κ.ά), θεωρείται ότι σχετίζονται είτε με την ανάπτυξη άσθματος είτε με την εκδή¬λωση ασθματικών κρίσεων στα παιδιά. Η σχέση λοίμωξης και ασθματικών εξάρσεων είναι ξεκαθαρισμένη. Οι αναπνευστικοί ιοί, τα χλαμύδια, το μυκόπλασμα η άλλοι άτυποι μικροοργανισμοί και λιγότερο τα μικρό¬βια, ενοχοποιούνται συχνότερα για την ανάπτυξη ασθματικών εξάρσεων. Ο συγκυτιακός ιός (RSV) μαζί με τον ιό της γρίππης προκαλούν εκτεταμένη νέκρωση και απόπτωση των επιθηλιακών κυττάρων στις αεροφό- ρους οδούς, ενώ ο ρινοϊός (RV) προκαλεί μικρότερη καταστροφή. Η λοιμώδης νόσος προκύπτει από την άμε¬ση δράση του μικροοργανισμού (κυρίας ιός) στον πνευμονικό ιστό σε συνδυασμό με ανοσολογικές διεργασίες (παραγωγή κυτοκινών, χημειοκινών, διέγερση λεμφοκυττάρων, ηωσινοφίλων και ουδετεροφίλων). Ο συγκυ¬τιακός ιός αυξάνει την υπεραντιδραστικότητα στους βρόγχους και προδιαθέτει αλλεργικούς ασθενείς σε συ¬χνές ασθματικές κρίσεις.

Διαβάστε περισσότερα »

Αποτελεσματικότητα του υψίσυχνου αερισμού με ταλαντώσεις (HFOV) ως θεραπείας διάσωσης σε νεογνά με αναπνευστική ανεπάρκεια

Η αναπνευστική ανεπάρκεια (ΑΑ) αποτελεί σοβαρή αιτία νοσηρότητας και δνησιμότητας στη νεογνική ηλικία, ώστε για την αντιμετώπιση της δοκιμάζονται νέοι μέθοδοι μηχανικού αερισμού. Σκοπός: Η εκτίμηση της αποτελεσματικότητας του υμίσυχνου αερισμού με ταλαντώσεις (HFOV) ως θεραπείας διάσωσης σε νεογνά με ανθεκτική ΑΑ. Υλικό-μέδοδοι: Μελετήθηκαν προγραμματισμένα πρόωρα και τελειόμηνα νεογνά, τα οποία χρειάσθηκαν HFOV μετά την αποτυχία του συμβατικού αερισμού για την αντιμετώπιση της σοβαρής ΑΑ, στο χρονικό διάστημα 1997-2000. Τα νεογνά ταξινομήθηκαν ανάλογα με την ηλικία κύησης (ΗΚ) στην ομά¬δα Α, με ΗΚ < από 34 εβδ., και στην ομάδα Β, με ΗΚ > από 34 εβδ. Αποτελέσματα: Εικοσιπέντε νεογνά αποτέλεσαν την ομάδα Α και 13 την ομάδα Β. Στο HFOV απάντησαν 20/25 (80%) νεογνά της ομάδας Α και 11/13 (84,6%) της ομάδας Β και το συνολικό ποσοστό επιτυχίας ήταν 81,5% (31/38 νεογνά). Επιβίωσαν 15/25 (60%) νεογνά στην ομάδα Α και 10/13 (77%) στην ομάδα Β (p=0,47). Τα νεογνά που απάντησαν στο HFOV παρουσίασαν σημαντική μείωση της κυμελιδοαρτηριακής διαφοράς οξυγόνου (AaDO2) και του δείκτη οξυγό¬νωσης (AO) τις πρώτες 48 ώρες εφαρμογής του (ANOVA, p<0,0001 και p=0,0045, αντίστοιχα) και είχαν σημα¬ντικά χαμηλότερη ΑαΣΌ2 από την 6η ώρα και AO τη 12η και 48η ώρα συγκριτικά μ' εκείνα που δεν απάντη¬σαν. Η ανταπόκριση στη θεραπεία είχε άμεση σχέση με την πρωτοπαθή αιτία που προκάλεσε την ΑΑ. Η επιτυ¬χία του HFOV ήταν υμηλή στις ομάδες με κυμέλιδική πνευμονική νόσο, σύνδρομα διαφυγής, ΣΕΜ ή πνευμονι- κή υπέρταση, ενώ ήταν πολύ χαμηλή σε σημαιμία ή συγγενή διαφραγματοκήλη. Συμπεράσματα: O HFOV αποτελεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης της σοβαρής ΑΑ στα πρόωρα και τελειόμηνα νεογνά. Η ανταπόκριση στο HFOV σχετίζεται άμεσα με την πρωτοπαθή νόσο, ενώ στα νεογνά που ανταποκρίνονται στον τύπο αυτό μηχανικού αερισμού, η βελτίωση είναι εμφανής από τη 12η ώρα εφαρμογής του.

Διαβάστε περισσότερα »
Scroll To Top