Μη χασετε
Αρχική / Τεύχη / Τεύχος 1 2007

Αρχείο κατηγορίας: Τεύχος 1 2007

Feed Subscription

Εκτομή πνευμονικών μεταστάσεων σε παιδιατρικούς ασθενείς με συμπαγείς όγκους

Οι περισσότεροι παιδιατρικοί πνευμονικοί όγκοι είναι δευτεροπαβείς. Η χειρουργική θεραπεία των πνευμονικών μεταστάσεων αποτελεί συνήθη πρακτική στους ενήλικες, ενώ στα παιδιά έχει ανακοινωθεί περιορισμένος αριθμός μελετών. Η πνευμονική μεταστασεκτομή είναι αποτελεσματική σε μεγάλο αριθμό συμπαγών όγκων, αν έχει επιτευχθεί τοπικός έλεγχος του πρωτοπαθούς όγκου. Παρουσιάζουμε την εμπει­ρία μας από την αντιμετώπιση 3 ασθενών με πνευμονικές μεταστάσεις που αντιμετωπίσθηκαν με μεταστα­σεκτομή. Οι ασθενείς, ηλικίας 4.5-10 χρόνων, έπασχαν από ραβδομυοσάρκωμα, οστεοσάρκωμα και όγκο Wilms. Ο 1 είχε σύγχρονες αμφοτερόπλευρες μεταστάσεις και οι 2 ετερόπλευρες. Οι επεμβάσεις έγιναν κα­λά ανεκτές, χωρίς επιπλοκές. Όλοι οι ασθενείς βρίσκονται στη ζωή χωρίς νόσο. Η μεταστασεκτομή σαν μέ­ρος της επιδετικής αντιμετώπισης της προχωρημένης νεοπλασματικής νόσου ή της υποτροπής συμβάλλει στην επίτευξη μακροχρόνιας ύφεσης και πιθανόν ίασης ορισμένων παιδιατρικών ασθενών.

Διαβάστε περισσότερα »

Περιγραφή περίπτωσης ιδιοπαθούς νεανικής οστεοπόρωσης

Η ιδιοπαθής νεανική οστεοπόρωση είναι μία πολύ σπάνια κατάσταση πρωτοπαθούς απομετάλλωσης των οστών, η οποία χαρακτηρίζεται από προεφηβική εμφάνιση και αυτόματη ύφεση με την εγκατά­σταση της εφηβείας. Οι περισσότεροι παιδίατροι δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτή την κατάσταση εξαιτίας της δυσκολίας στην αναγνώριση και διαφορική διάγνωση. Δυστυχώς, δεν υπάρχει σαφές παδογνωμονικό εύρημα της ιδιοπαθούς νεανικής οστεοπόρωσης και η διάγνωση γίνεται εξ αποκλεισμού. Σε οποιοδήποτε χρό­νο διαγιγνώσκεται οστική απώλεια ενδείκνυται έλεγχος για ενδοκρινικές παθήσεις, γενετικές ανωμαλίες, κακοήθεις παθήσεις, κατάχρηση ουσιών, διατροφικές διαταραχές, κακή διατροφή και θετικό οικογενειακό ιστορικό. Περιγράφουμε την περίπτωση ενός κοριτσιού 11,5 ετών με γενικευμένη οστεοπόρωση. Η διάγνω­ση της ιδιοπαθούς νεανικής οστεοπόρωσης τέθηκε αποκλείοντας άλλα συχνά αίτια οστεοπόρωσης σε αυτή την ηλικία. Επιπλέον, γίνεται μία προσέγγιση στην οστεοπόρωση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας.

Διαβάστε περισσότερα »

Συγγενής μυοτονική δυστροφία

Η μυοτονική δυστροφία τύπου I είναι ένα αυτοσωμτκό επικρατητικό κληρονομούμενο νόσημα με εκδηλώσετς από τους σκελετικούς και λείους μυς, τους οφθαλμούς, το ενδοκρινικό σύστημα και το κεντρικό νευρικό σύστημα. Η συγγενής μυοτονική δυστροφία, η πιο ακραία κλινική εκδήλωση της νόσου παρουσιά¬ζεται κατά την νεογνική ηλικία με υποτονία και μυϊκή αδυναμία, ενώ συμπτώματα είναι δυνατόν να υπάρ¬χουν από την εμβρυϊκή ζωή (πολυϋδράμνιο, μειωμένες εμβρυϊκές κινήσεις). Περιγράφεται περίπτωση νεο¬γνού που στα πλαίσια της διερεύνησης γενικευμένης υποτονίας από τη γέννηση, διαγνώστηκε συγγενής μυο¬τονική δυστροφία, καθώς και μυοτονική μυϊκή δυστροφία τύπου I στη μητέρα..

Διαβάστε περισσότερα »

H επίδραση της περιγεννητικής ασφυξίας στο μυοκάρδιο

Η περιγεννητικη ασφυξία μπορεί να προσβάλει το μυοκάρδιο και να προκληθεί παροδική μυο­καρδιακη ισχαιμία, υποξαιμική μυοκαρδιοπάδεια και σε πιο σοβαρές περιπτώσεις ακόμη και οξύ έμφραγ­μα του μυοκαρδίου. Βιβλιογραφικά δεδομένα αναφέρουν ως συχνότερες επιπτώσεις την παροδική μυοκαρ­διακη ισχαιμία, την παροδική ανεπάρκεια της μιτροειδούς και της τριγλώχινας βαλβίδας και την παραμένουσα πνευμονική υπέρταση. Η κλινική εικόνα, το ηλεκτροκαρδιογράφημα μετά το πρώτο εικοσιτετράωρο της ζωής και το υπερηχοκαρδιογράφημα αποτελούν τα κλειδιά για τη ακριβή διάγνωση.

Διαβάστε περισσότερα »

Ανάλυση των ατυχημάτων τύπου δηλητηριάσεων μιας διετίας σε Νοσοκομείο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης

Οι δηλητηριάσεις στα παιδιά αποτελούν συχνή αιτία εισαγωγής στο Νοσοκομείο και απαιτούν επείγουσα αντιμετώπιση. Σκοπός της μελέτης ήταν η καταγραφή των περιπτώσεων δηλητηριάσεων μιας διε­τίας, η διερεύνηση των επιδημιολογικών και κλινικών τους χαρακτηριστικών και των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών. Μελετήθηκαν 81 παιδιά ηλικίας 5 μηνών έως 13.5 χρόνων (46 αγόρια και 35 κορίτσια]. Δια­πιστώθηκε ότι δηλητηριάσεις ήταν πιο συχνές στα αγόρια και στα παιδιά ηλικίας <3 χρόνων. Οι ουσίες που καταναλώθηκαν κατά σειρά συχνότητας ήταν διάφορα φάρμακα, είδη οικιακής χρήσης, τσιγάρο, παράγωγα πετρελαίου, δικουμαρόλη, αλκοόλη και μανιτάρια. Σοβαρές παρενέργειες εμφάνισαν 13/81 ασθενείς: χη­μική πνευμονίτιδα-παραλυτικός ειλεός (τερεβινθέλαιο], φλεβοκομβική βραδυκαρδία ή/και παύσεις (β-αποκλειστής], ηπατική ανεπάρκεια και κώμα [μανιτάρια], απώλεια συνείδησης και μεταβολική οξέωση (ιβου- προφαίνη], συγχυτική κατάσταση (εισπνοή υγραερίου] και μέθη με υπογλυκαιμία και οξέωση (αλκοολούχα ποτά]. Η έκβαση ήταν καλή σε όλες τις περιπτώσεις με εξαίρεση δύο παιδιά με δηλητηρίαση από μανιτάρια, τα οποία χρειάστηκαν μεταμόσχευση ήπατος. Η πλειονότητα των δηλητηριάσεων στα παιδιά της μελέτης μας δεν ήταν σοβαρές. Επειδή όμως εκτός από την πρόληψη σημαντικό ρόλο παίζει και η έγκαιρη αντιμε­τώπιση, είναι απαραίτητη η ευαισθητοποίηση των παιδιάτρων για τη λεπτομερή λήψη ιστορικού σε παιδιά με σοβαρή και ανεξήγητη συμπτωματολογία.

Διαβάστε περισσότερα »

Συχνότητα ενούρησης σε παιδιά ηλικίας 6-16 ετών στην περιοχή ευθύνης του Κ.Υ. Χάρακα

Σκοπός της μελέτης ήταν η ανίχνευση της συχνότητας της ενούρησης σε παιδιά ηλι­κίας 6-16 ετών της περιοχής ευθύνης του Κ.Υ. Χάρακα, της σχέσης της με θετικό οικογενειακό ιστορικό και της αντιμετώπισής της από την οικογένεια. Μέθοδοι.: Σε 447 παιδιά ηλικίας 6-16 ετών μοιράστηκε ερωτη­ματολόγιο που αφορούσε την ηλικία εμφάνισης-εξαφάνισης της ενούρησης, τη μορφή της, τη σχέση της με θετικό οικογενειακό ιστορικό, ουρολοίμωξη και τον τρόπο αντιμετώπισής της. Το ερωτηματολόγιο ήταν ανώ­νυμο, ζητήθηκε να συμπληρωθεί από τους γονείς και παραδόθηκε συμπληρωμένο στους εκπαιδευτικούς των παιδιών. Αποτελέσματα: Από τα 447 παιδιά, 401 (89.70%) επέστρεψαν συμπληρωμένο ερωτηματολόγιο. Από τα 401, 192 (47.81%) ήταν αγόρια και 209 (52.19%) κορίτσια. Από το σύνολο των παιδιών, 4 (1%) εμφάνι­ζαν ακράτεια ούρων, (3 αγόρια, 1 κορίτσι), 23 (5.73%) μόνο νυχτερινή ενούρηση (15 αγόρια, 8 κορίτσια) ενώ κανένα δεν εμφάνιζε και τα δύο. Από τα 23 παιδιά με νυχτερινή ενούρηση μόνο 2 (8.69%) αναφέρουν επει­σόδιο ουρολοίμωξης ενώ από αυτά με ακράτεια δεν αναφέρεται επεισόδιο ουρολοίμωξης. Από τα 23 παιδιά με νυχτερινή ενούρηση, 7 (30.4%) δεν είχαν θετικό οικογενειακό ιστορικό ενώ τα υπόλοιπα 16 (69.6%) εί­χαν τουλάχιστον ένα μέλος της οικογένειας που είχε παρουσιάσει ενούρηση. Αντιστοίχως, 1 (25%) στα 4 παι­διά με ακράτεια ούρων είχε θετικό οικογενειακό ιστορικό. Μόνο 9 ενουρητικά παιδιά (33.33%) ζήτησαν ια­τρική βοήθεια.. Συμπεράσματα: Η νυχτερινή ενούρηση είναι σαφώς συχνότερη από την ακράτεια ούρων. Η ενούρηση είναι συχνότερη στα αγόρια και σε παιδιά με θετικό οικογενειακό ιστορικό. Είναι προφανές ότι οι γονείς των παιδιών με ενούρηση χρειάζονται μεγάλυτερη εκπαίδευση σε θέματα υγείας.

Διαβάστε περισσότερα »

Απόπτωση ουδετερόφιλων σε πρόωρα και τελειόμηνα νεογνά. Επίδραση της προγεννητικής χορήγησης βηταμεθαζόνης

Τα γλυκοκορτικοειδή επιβραδύνουν την απόπτωση των ουδετεροφίλων, γεγονός που συνδέεται με προαγωγή της φλεγμονώδους απάντησης και επακόλουθη ιστική βλάβη. Σκοπός. Η διερεύνηση της επί­δρασης της χορήγησης προγεννητικά βηταμεθαζόνης (ΠΒΜ) στην απόπτωση των ουδετεροφίλων πρόωρων νε­ογνών. Ασθενείς - Μέθοδοι. Μελετήθηκαν προγραμματισμένα 100 πρόωρα νεογνά. Από τα πρόωρα, 56 είχαν πάρει ΠΒΜ (ομάδα ΒΜ) και 44 δεν πήραν (ομάδα μαρτύρων], σύμφωνα με την εκτίμηση του μαιευτήρα. Οι δεί­κτες απόπτωσης προσδιορίστηκαν με κυτταρομετρία ροής και περιλάμβαναν: το ποσοστό πρώιμων αποπτωτικών κυττάρων (χρώση αννεξίνης-V και ιωδιούχου προπιδίου), το βαθμό αποικοδόμησης DNA (χρώση ιωδιούχου προπιδίου), την έκφραση του μορίου Fas και την ενδοκυττάρια δραστηριότητα της κασπάσης-3. Αποτελέσματα. Η σύγκριση των δυο ομάδων προώρων έδειξε ότι η ομάδα ΒΜ παρουσίαζε σημαντικά υμηλότερο αριθμό και σημαντικά χαμηλότερους δείκτες απόπτωσης ουδετεροφίλων, συγκριτικά με τους μάρτυρες. Ανάλυση σε σχέση με το μεσοδιάστημα μεταξύ χορήγησης ΠΒΜ και τοκετού έδειξε ότι μόνο τα πρόωρα που γεννήθηκαν μέσα σε 48 ώρες μετά την ΠΒΜ είχαν σημαντικά χαμηλότερους τους δείκτες απόπτωσης ουδετεροφίλων συγκριτικά με τους μάρτυρες. Συμπεράσματα. Η χορήγηση ΠΒΜ προκαλεί επιβράδυνση της απόπτωσης των ουδετεροφίλων εφόσον ο τοκετός γίνει μέσα σε 48 ώρες από τη χορήγηση. Η σημασία της επιβράδυνσης της απόπτωσης των ουδετεροφίλων για τη φλεγμονώδη αντίδραση του εμβρύου-νεογνού, η οποία προδιαθέτει στην ανάπτυξη χρό­νιας πνευμονικής νόσου χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Διαβάστε περισσότερα »

Καρδιακή λειτουργία και επίπεδα λιπιδίων σε παιδιά με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης πριν και μετά 12 μήνες θεραπείας με αυξητική ορμόνη

Είναι γνωστό, ότι νεαροί ενήλικες με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης (GH) που αρχίζει στην παι­δική ηλικία έχουν μειωμένη καρδιακή μάζα, επηρεασμένη καρδιακή λειτουργία και αυξημένο καρδιαγγει­ακό κίνδυνο μεταξύ άλλων και λόγω μεταβολών των λιπιδίων. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης της rhGH στην καρδιακή λειτουργία και στο μεταβολισμό των λιπιδίων κατά τον πρώτο χρόνο θεραπείας με rhGH σε παιδιά με ιδιοπαθή έλλειμη αυξητικής ορμόνης. Υλικό- Μέθοδοι.: Μελετήθηκαν 24 προεφηβικά παιδιά με μεμονωμένη ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης (ομάδα Α) 13 αγόρια -11 κορίτσια με μέσο όρο ηλικίας 9,47±2,08 (4,24-12,35) έτη υπό θεραπεία με GH σε δόση 0,15 mg/kg/εβδ. και ως ομάδα ελέγχου 20 προεφηβικά φυσιολογικά κοντά παιδιά (ομάδα Β) ίδιας ηλικίας και φύλου. O έλεγχος περιελάμβανε προσδιορισμό των λιπιδίων (ολική χοληστερόλη, HDL χοληστερόλη, LDL χοληστερόλη, τριγλυκερίδια), μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, ΗΚΓ 12 απαγωγών και ηχοκαρδιογράφημα (Μ- mode) στην έναρξη της με­λέτης, στους 6 και 12 μήνες. Με το ηχοκαρδιογράφημα προσδιορίσθηκαν παράμετροι της συστολικής και διαστολικής λειτουργίας της αριστερής κοιλίας και υπολογίσθηκαν το κλάσμα εξώθησης (EF), το κλάσμα βράχυνσης (FS), η μάζα της αριστερής κοιλίας (LVM) και ο δείκτης μάζας της αριστερής κοιλίας (LVMI). Απο­τελέσματα.: Στο τέλος της μελέτης δε διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στην αρτηριακή πίεση, στο ΗΚΓ 12 απαγωγών, στο λιπιδαιμικό προφίλ, στις μέσες τιμές των παραμέτρων της συστολικής και διαστολικής λειτουργίας της αριστερής κοιλίας, στη μάζα και στον δείκτη μάζας της αριστερής κοιλίας μεταξύ των δύο ομάδων. Συμπέρασμα: Η θεραπεία με rhGH κατά τον πρώτο χρόνο δεν προκάλεσε μεταβολές στον καρδια­κό ρυθμό, στην αρτηριακή πίεση, στην καρδιακή μορφολογία και στο λιπιδαιμικό προφίλ των παιδιών. Παρ' όλα αυτά απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να επιβεβαιώσουν την ασφάλεια και το μακροχρόνιο θερα­πευτικό αποτέλεσμα της χορήγησης rhGH.

Διαβάστε περισσότερα »

Εισαγωγές παιδιών για οξεία ασθματική κρίση, βρογχιολίτιδα και λαρυγγίτιδα σε τρία νοσοκομεία στη Θεσσαλονίκη, Λάρισα και Αλεξανδρούπολη

Τα οξέα αναπνευστικά νοσήματα αποτελούν συχνή αιτία εισαγωγών σε παιδιατρικές κλινικές. Σκοπός: Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η εκτίμηση των εισαγωγών παιδιών με οξεία ασθμα­τική κρίση, βρογχιολίτιδα και λαρυγγίτιδα σε Νοσοκομεία της Ελλάδας κατά τη δεκαετία 1990-1999. Υλι­κό- Μέθοδοι.: Μελετήθηκαν αναδρομικά τα δεδομένα από το βιβλίο κίνησης των ασθενών με διάγνωση εξό­δου: «οξεία ασθματική κρίση», «βρογχιολίτιδα» και «λαρυγγίτιδα», κατά την περίοδο 1990 έως και 1999, από Νοσοκομεία τριών διαφορετικών περιοχών της Βόρειας Ελλάδας (Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Αλεξανδρούπολη). Καταγράφηκαν η ηλικία, το φύλο και ο μήνας εισαγωγής. Αποτελέσματα: Έγιναν συνολικά 7187 εισαγωγές παιδιών για “άσθμα, λαρυγγίτιδα και βρογχιολίτιδα” (ηλικίας 10 ημερών - 14 ετών). Ποσοστό 63,9% των νοσηλευομένων παιδιών ήταν άγόρια (63% εισαγωγές αγοριών για βρογχιολίτιδα, 69% για άσθμα και 63,9% για λαρυγγίτιδα). Στη διάρκεια της δεκαετίας οι εισαγωγές για άσθμα ελαττώθηκαν κατά 23.96% (r=0.7; p<0.001), για τη λαρυγγίτιδα ελαττώθηκαν κατά 16.73% (r=0.65; p<0.05), ενώ για τη βρογχιολίτιδα παρέ­μειναν σταθερές (r=0.265; p=0.105). Παρατηρήθηκε εποχιακή κατανομή και στα τρία νοσήματα, η οποία παρουσίαζε αύξηση το φθινόπωρο και την άνοιξη. Ειδικότερα το άσθμα και η λαρυγγίτιδα παρουσίαζαν με­γαλύτερη έξαρση το φθινόπωρο (Οκτώβριο), ενώ η βρογχιολίτιδα κατά τους μήνες Ιανουάριο με Απρίλιο. Συ­μπεράσματα.: Οι εισαγωγές στις τέσσερις παιδιατρικές κλινικές ελαττώθηκαν σημαντικά τη δεκαετία 1990­1999, όσον αφορά στο άσθμα και λαρυγγίτιδα, ενώ για τη βρογχιολίτιδα παρέμειναν σταθερές.

Διαβάστε περισσότερα »

Όρεξη και κορεσμός ως ρυθμιστές της ενεργειακής ομοιόστασης: Ο ρόλος των μακροθρεπτικών συστατικών της τροφής

Το σύνολο των λειτουργιών του οργανισμού που εξισορροπούν την ενεργειακή πρόσληψη με τις ενεργειακές δαπάνες (ενεργειακό ισοζύγιο) αποτελεί την μεταβολική ομοιόσταση. Ουσιαστικά η ενεργειακή ομοιόσταση διατηρείται μέσω της ρύθμισης της πρόσλημης τροφής υπό την επίδραση των αισθημάτων της πείνας και του κορεσμού. Η μελέτη των υποκειμενικών αυτών αισθημάτων, που καθορίζουν την σιτιστική συμπεριφορά και την πρόσληψη της τροφής —που βρίσκεται στο επίκεντρο τα τελευταία χρόνια λόγω της πανδημίας της παχυσαρκίας— παρουσιάζει δυσκολίες και γι’ αυτό μέλετώνται με την βοήθεια έμμεσων προσδιορισμών όπως η καταγραφή της διατροφικής πρόσλημης/διαιτητικών συνηθειών, βαθμολόγηση των υποκειμενικών αισθημάτων και βιολογικοί δείκτες. Η μελέτη της σιτιστικής συμπεριφοράς στην παιδική ηλικία συναντά σημαντικά εμπόδια, τόσο σε επίπεδο τεχνικής, όσο και σε επίπεδο ερμηνείας. Τα μακρο¬θρεπτικά συστατικά καλύπτουν το σύνολο της ενεργειακής πρόσλημης και καθένα απ’ αυτά επηρεάζει τη σι- τιστική συμπεριφορά με διαφορετικό τρόπο που καθορίζεται όχι μόνον από το ενεργειακό περιεχόμενο αλ¬λά και από την ιδιαίτερη δομή τους. Η πρωτεΐνη αυξάνει τον κορεσμό μέσω επίδρασης στη θερμογένεση, οδηγεί σε μείωση της αυθόρμητης ενεργειακής πρόσλημης, απώλεια βάρους και βελτίωση της σύστασης σώ¬ματος. Η πρόσλημη υδατανθράκων ακολουθείται από μείωση της πρόσλημης τροφής που σχετίζεται σε πρώ¬τη φάση με «σήματα» από το γαστρεντερικό σωλήνα, όπως η διάταση του στομάχου και η μεσολάβηση των εντερικών πεπτιδίων. Το λίπος προσδίδει ευχάριστα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά με συνέπεια ν’ αυξάνει την αποδεκτότητα της τροφής, προκαλεί δε μικρότερο κορεσμό. Η αίσθηση του κορεσμού επηρεάζεται από την περιεκτικότητα του διαιτολογίου σε λίπος και από την περιεκτικότητα του λίπους σε συγκεκριμένα λι¬παρά οξέα με χαρακτηριστικό παράδειγμα το λινελαϊκό οξύ που προκαλεί ισχυρότερη αίσθηση κορεσμού από ότι άλλα λιπαρά οξέα. Οι επιδράσεις των μακροθρεπτικών συστατικών στην όρεξη και τον κορεσμό εί¬ναι δυνατόν ν’ αποτελούν στοιχεία πάνω στα οποία, τις επόμενες δεκαετίες, θα βασιστούν οι στρατηγικές για τον έλεγχο της παχυσαρκίας.

Διαβάστε περισσότερα »
Scroll To Top