Μη χασετε
Αρχική / Τεύχη / Τεύχος 1 2003

Αρχείο κατηγορίας: Τεύχος 1 2003

Feed Subscription

Παιδικά ατυχήματα τύπου τραυματισμών: Ευρήματα και παρατηρήσεις επί 13.770 περιπτώσεων

Εισαγωγή: Επιδημιολογικές παρατηρήσεις και στατιστικές μελέτες απέδειξαν ότι τα ατυχήματα της παιδικής ηλικίας αποτελούν τη συχνότερη αιτία θανάτου, μεταξύ των οποίων σημαντική θέση καταλαμ¬βάνουν οι διάφορες τραυματικές κακώσεις. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία σε εθνικό επίπεδο για τη συχνότητα και τις επιμέρους κατηγορίες παιδικών ατυχημάτων και ειδικότερα για τα τραυματικής αιτιολογίας ατυχήματα ενώ ελάχιστα αναφέρονται για τη συχνότητα των «σκόπιμων-μη τυχαίων» τραυματι¬κών ατυχημάτων. Σκοπός της μελέτης: Η μελέτη σημαντικού αριθμού τραυματικών παιδικών ατυχημάτων και η καταγραφή ύποπτων περιπτώσεων παιδικής κακοποίησης. Υλικό και Μέθοδος: Μελετήθηκαν 13770 παιδιά (32,7% των εισαγωγών) κάτω των 14 ετών με τραυματικές κακώσεις, που νοσηλεύτηκαν στην Παι¬δοχειρουργική Κλινική του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, την περίοδο 1979-2002. Από αυτά, 62% ήταν αγόρια και 38% κορίτσια, μέσης ηλικίας 5,9 (±4,3) και 5,5 (±5,2) έτη αντίστοιχα Αποτελέσματα: Η σειρά συχνότητας ανά κατηγορία βλάβης ήταν τραυματικές κακώσεις 65,6%, τροχαία 11,1%, κατάγματα 6,24%, πτώσεις από ύ„ος και παρασύρσεις 5,77% και εγκαύματα 5,17% λοιπές κατηγορίες 6,12%. Οι τραυ¬ματικές κακώσεις, τα εγκαύματα και τα κατάγματα εμφάνισαν σαφή φθίνουσα πορεία, ενώ τα τροχαία εί¬χαν μικρή κυμαινόμενη αύξηση. Η πορεία και έκβασή τους ήταν καλή, ελάχιστος αριθμός απεβίωσε (0,03%). Τέλος, η συχνότητα της παιδικής κακοποίησης ήταν μικρή (2,28%). Συμπεράσματα: Τα παιδικά τραυματικά ατυχήματα είναι συχνά, συχνότερα στα αγόρια (σχέση 2:1 περίπου), αλλά της ίδιας μέσης ηλικίας στα δύο φύλα. Οι διάφορες κακώσεις είναι συνήθως ελαφρές και έχουν καλή πορεία και έκβαση, ενώ η συχνότητα της παιδικής κακοποίησης είναι σχετικά μικρή.

Διαβάστε περισσότερα »

Σύνδρομο αυτοάνοσης πολυενδοκρινοπάθειας τύπου I σε παιδί με αρχική εκδήλωση αλωπεκία

Περιγράφεται περίπτωση αγοριού 5,5 χρόνων με αυτοάνοση πολνενδοκρινοπάδεια τύπου I και με κύριες εκδηλώσεις, νόσο του Addison, βλεννογονοδερματική καντιντίαση και αλωπεκία. Ο ασθενής εισήχθη στην κλινική για διερεύνηση καθολικής αλωπεκίας και στην πορεία, επ' ευκαιρία ιογενούς λοίμωξης, εμφάνισε κλινική και εργαστηριακή εικόνα οξείας επινεφριδικής ανεπάρκειας που ανταποκρίδηκε σε θε­ραπεία υποκατάστασης με υδροκορτιζόνη και φθοριοκορτιζόνη. Σε τακτικούς επανελέγχους 2 χρόνια μετά την έναρξη της νόσου ο ασθενής βρίσκεται σε καλή γενική κατάσταση και παρουσιάζει ελαφρά τριχοφυΐα. Τονίζεται η ανάγκη ενδοκρινικού ελέγχου σε παιδιά με αλωπεκία, γιατί μπορεί να αποτελεί εκδήλωση αυ­τοάνοσης πολυενδοκρινοπάθειας με σοβαρές συνέπειες για τη ζωή του ασθενή.

Διαβάστε περισσότερα »

Οξεία νεφρική ανεπάρκεια συνέπεια συνδρόμου λύσης του όγκου σε παιδί με υποτροπή μη Hodgkin λεμφώματος

Περιγράφεται περίπτωση συνδρόμου λύσης του όγκου (ΣΛΘ) και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας (ONA), σε αγόρι ηλικίας 9 χρόνων. Το ΣΛΟ αναπτύχθηκε κατά την έναρξη της χημειοθεραπείας, στην οποία υποβλήβηκε ο ασθενής, λόγω υποτροπής στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) Τ-λεμφοβλαστικού λεμφώματος. Το ΣΛΟ χαρακτηρίζεται από σύνολο μεταβολικών διαταραχών που συμβαίνουν κυρίως κατά την έναρξη της χημειοθεραπείας σε παιδιά με αιματολογικές κακοήιθιες, όπως μη λέμφωμα (NHL) και οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (ΟΛΛ). Η αντιμετώπιση του ΣΛΟ και της ONA έγινε με τη βοήθεια συσκευής αιμοκάθαρσης (prisma). Η ενδεικνυόμενη για τη νόσο χημειοθεραπεία διακόπηκε μέχρι πλήρους αποκατά­στασης της νεφρικής λειτουργίας.

Διαβάστε περισσότερα »

Προδιαθετικοί παράγοντες και έκβαση της πνευμονικής αιμορραγίας στα πολύ χαμηλού βάρους γέννησης νεογνά

Σκοπός: Η διερεύνηση των προδιαβετικών παραγόντων πνευμονικής αιμορραγίας (ΠνΑ) στα πο­λύ χαμηλού βάρους γέννησης (ΠΧΒΓ) νεογνά καθώς και της έκβασης σε σχέση με τη βαρύτητα και αιτιολο­γία της αιμορραγίας. Υλικό-μέθοδοι: Μελετήθηκαν αναδρομικά τα ιστορικά των νεογνών με βάρος γέννη­σης (ΒΓ) <1500 g, τα οποία εμφάνισαν ΠνΑ (ομάδα ΠνΑ) στα έτη 1998-2001. Την ομάδα μαρτύρων αποτέλεσαν νεογνά παρόμοιου ΒΓ και διάρκειας κύησης χωρίς ΠνΑ. Αποτελέσματα: Στο διάστημα της μελέτης ΠνΑ παρουσίασαν 47/549 (8.6%) νεογνά με ΒΓ 980 ± 243 g (x ± SD). Οι δυο ομάδες δεν διέφεραν ως προς τα επιδημιολογικά και περιγεννητικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, στην ομάδα της ΠνΑ, η συχνότητα εφαρμο­γής μηχανικού αερισμού και αιμοδυναμικά σημαντικού ανοικτού αρτηριακού πόρου (ΑΑΠ) ήταν σημαντικά μεγαλύτερες, ενώ η επιβίωση μικρότερη συγκριτικά με τους μάρτυρες (46,8% και 78,7%, αντίστοιχα, ρ= 0,0026). Στα νεογνά με ΠνΑ που επέζησαν, η διάρκεια του μηχανικού αερισμού, χορήγησης οξυγόνου και παραμονής στο νοσοκομείο, καθώς και η συχνότητα σοβαρής εγκεφαλικής αιμορραγίας ήταν σημαντικά με­γαλύτερες απ' ότι στους μάρτυρες που επέζησαν. Η βαρύτητα της ΠνΑ ήταν ήπια, μέτρια ή σοβαρή στο 19%, 30% και 51%, αντίστοιχα και η επιβίωση ήταν ανάλογη με τη βαρύτητα της ΠνΑ (100%, 78,5% και 8,3%, αντίστοιχα). Στα νεογνά με ΠνΑ που κατέληξαν συχνότεροι αττιολογικοί παράγοντες ήταν το σύνδρομο ανα­πνευστικής δυσχέρειας (ΣΑΔ) ή η μεγάλη πνευμονική ανωριμότητα. Συμπεράσματα: Το ΣΑΔ, η πνευμονική ανωριμότητα και ο ΑΑΠ φαίνεται ότι προδιαθέτουν στην εμφάνιση ΠνΑ στα ΠΧΒΓ νεογνά. Η θνητότητα συν­δέεται άμεσα με τη βαρύτητα και την αιτιολογία της.

Διαβάστε περισσότερα »

Η σεξουαλικά ώριμη έφηβη

Τα τελευταία χρόνια η σύνδεση του πληθυσμού των παιδιατρικών ιατρείων έχει αλλάξει, μια που όλο και περισσότεροι ασθενείς συνεχίζουν να επισκέπτονται τον/την παιδίατρό τους μέχρι την ηλικία των 17-18 χρόνων. Αποτέλεσμα αυτού όμως είναι συχνά οι παιδίατροι να βρίσκονται αντιμέτωποι με προβλή­ματα για τα οποία δεν είναι προετοιμασμένοι. Για τη σεξουαλικά ώριμη έφηβη σ’ αυτά περιλαμβάνονται οι διαταραχές του εμμηνορυσιακού κύκλου, τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα και η ανεπιθύμητη εγκυ­μοσύνη. Η παραπομπή των ασθενών αυτών στον ειδικό δεν είναι πάντα απαραίτητη, γιατί άλλα από αυτά τα προβλήματα αποτελούν απλές παραλλαγές του φυσιολογικού, εύκολα αντιμετωπίσιμα, ενώ για άλλα η έγκαιρη και πειστική ενημέρωση θα μπορούσε να οδηγήσει στην πρόληψή τους.

Διαβάστε περισσότερα »

Εναλλακτική θεραπεία αποσιδήρωσης με δεφεριπρόνη σε ασθενειες με β-μεσογειακή αναιμία. Αποτελέσματα δύο χρόνων

Η Μεσογειακή αναιμία (MA) συνεχίζει να αποτελεί μέχρι σήμερα ένα σημαντικό πρόβλημα δη­μόσιας υγείας. Οι βασικές αρχές της θεραπευτικής αντιμετώπισης εξακολουθούν να είναι οι τακτικές με­ταγγίσεις αίματος και η αποσιδήρωση για την αντιμετώπιση της δευτεροπαθούς αιμοχρωμάτωσης ιστών και οργάνων. Η επιπλοκή αυτή αντιμετωπίζεται εδώ και 30 χρόνια με τον χηλικό παράγοντα δεσφερριοξαμίνη, ωστόσο η καθημερινή παρεντερική χορήγησή του έχει ως αποτέλεσμα συχνά τη μη καλή συμμόρφωση στη θεραπεία. Σκοπός της εργασίας αποτέλεσε η μελέτη της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας της δεφε- ριπρόνης, ενός νέου χηλικού παράγοντα χορηγούμενου από το στόμα, μόνης ή σε συνδυασμό με τη δεσφερ­ριοξαμίνη, στη θεραπεία της δευτεροπαθούς αιμοχρωμάτωσης των πασχόντων από ομόζυγη β-ΜΑ. Για το σκοπό αυτό μελετήθηκαν 43 πάσχοντες από ομόζυγο β-ΜΑ, οι οποίοι βρίσκονταν σε πρόγραμμα τακτικών μεταγγίσεων και σε θεραπεία αποσιδήρωσης με δεσφερριοξαμίνη SC 50 mg/kg/24ωρο για 3-6 ημέρες την εβδομάδα. Δεκαέξι παιδιά και ενήλικες (ΜΟ ηλικίας: 21,62 έτη) άρχισαν από διετίας περίπου αποσιδήρωση με δεφεριπρόνη PO σε δόση 75-80 mg/kg/24ωρο, ενώ 27 παιδιά και ενήλικες (ΜΟ ηλικίας: 18,8 έτη) άρχι­σαν συνδυαστική θεραπεία με δεφεριπρόνη και δεσφερριοξαμίνη σε δόσεις 75 mg/kg/24ωρο και 40 mg/kg για 3 ημέρες την εβδομάδα αντίστοιχα. Τα αποτελέσματά μας έδειξαν ότι τα επίπεδα φερριτίνης ορού ελατ­τώθηκαν σημαντικά και στις 2 ομάδες πασχόντων, ενώ η μέση τιμή αποβολής σιδήρου στα ούρα./24ωρου ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στην ομάδα που έλαβε συνδυαστική θεραπεία.. Επτά από τους 43 πάσχοντες διέ- κομαν τη θεραπεία, είτε λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών (4/7), είτε μη συμμόρφωσης (3/7). Συμπερασματικά φαίνεται ότι η μακροχρόνια θεραπεία με δεφεριπρόνη, είτε σαν μονοθεραπεία, είτε σε συνδυασμό με δε­σφερριοξαμίνη, ελαττώνει ή σταθεροποιεί το φορτίο σιδήρου σε μεταγγισιο-εξαρτώμενους πάσχοντες από ΜΑ, είναι γενικά πολύ καλά αποδεκτή και η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών είναι χαμηλή.

Διαβάστε περισσότερα »

H εντεροκολίτιδα στα παιδιά με συγγενές μεγάκολο: συχνότητα, πρόγνωση και αντιμετώπιση

H θνητότητα από εντεροκολίτιδα στα παιδιά με συγγενές μεγάκολο έχει μειωθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια. Παρ’ όλα αυτά η σοβαρή αυτή επιπλοκή εξακολουθεί να αποτελεί την κυριότερη αιτία νο­σηρότητας και θνητότητας πριν και μετά την χειρουργική αποκατάσταση του μεγακόλου. Σκοπός της μελέ­της μας είναι να αναλύσουμε την συχνότητα, να μελετήσουμε την πρόγνωση, και να παρουσιάσουμε τους τρόπους της αντιμετώπισης της νόσου του Hirschprung με εντεροκολίτιδα. Υλικό-Μέδοδος: Κατά το χρο­νικό διάστημα 1978-2000 αντιμετωπίσθηκαν στην Κλινική μας 57 παιδιά με συγγενές μεγάκολο, ηλικίας 1 μηνάς έως 12 ετών. Από αυτά, 45 (79%) ήταν αγόρια και 12 (21%) κορίτσια. Λγαγγλιακό τμήμα του ορθοσιγμοειδούς είχαν 46 (80%), του παχέος εντέρου (long segment) 9 (16%) και 2 (4%) ολικό αγαγγλιακό μεγά­κολο. Από το σύνολο των 57 ασθενών, οι 17 εμφάνισαν εντεροκολίτιδα. Ανάλογα με την εκδήλωση των συ­μπτωμάτων διακρίναμε τρεις βαθμούς βαρύτητας της νόσου. Ήπια, μέση και βαρεία (I, II, III). Αποτελέσματα: Τα 17 παιδιά που παρουσίασαν εντεροκολίτιδα αποτελούσαν το 1/3 του συνόλου των παιδιών με μεγάκολο και τα 10 (59%) ήταν αγόρια, ενώ τα 7 (41%) ήταν κορίτσια. H ηλικία τους κυμαινόταν από 1 μη­νάς έως 8 ετών. Όλοι οι ασθενείς εμφάνισαν μετεωρισμό και οι 12 (70%) από αυτούς εκρηκτικές διάρροιες. Σύμφωνα με τον βαθμό της βαρύτητας της εντεροκολίτιδας, τα 6 (36%) είχαν ήπια μορφή (βαθμός I) τα 8 (47%) μέση (βαθμός II) και τα 3 (17%) βαρεία (βαθμός III). Σε σχέση με τον χρόνο της τελικής εγχειρητικής αποκατάστασης, τα 7 (41%) την εμφάνισαν προεγχειρητικά, τα 8 (47%) μετεγχειρητικά, ενώ 2 (12%) παιδιά και προεγχειρητικά και μετεγχειρητικά. Ανάλογα με το μήκος του αγαγγλιακού τμήματος, στα 11 (64%) εντοπίζονταν στο ορθοσιγμοειδές, στα 4 (24%) επεκτεινόταν σε μεγαλύτερο τμήμα του παχέος εντέρου και τα 2 (12%) είχαν ολικό αγαγγλιακό μεγάκολο. Για όλα τα περιστατικά, η αρχική θεραπεία εκλογής ήταν συντη­ρητική και μόνο σε 4 έγινε επείγουσα κολοστομία λόγω επιδείνωσης της κατάστασης. Ένας από τους ασθε­νείς παρουσίασε βαρείας μορφής εντεροκολίτιδα προεγχειρητικά και στη συνέχεια απεβίωσε, καθώς επίσης και ένας άλλος, ο οποίος εμφάνισε εντεροκολίτιδα μετεγχειρητικά. Συμπέρασμα: Η πιθανότητα εμφάνισης εντεροκολίτιδας σε παιδιά που πάσχουν από συγγενές μεγάκολο είναι μεγάλη, αλλά μειώνεται όταν διαγνω- στεί το μεγάκολο έγκαιρα και αρχίζει η αντιμετώπισή του. Η συχνότητα και η βαρύτητα της εντεροκολίτιδας είναι ανάλογη με το μήκος του αγαγγλιακού τμήματος του εντέρου. Κάθε εκρηκτική διάρροια σε παιδιά με μεγάκολο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αρχόμενη εντεροκολίτιδα και να θεραπεύεται κατάλληλα.

Διαβάστε περισσότερα »

Τραχηλική λεμφαδενοπάθεια στα παιδιά

Η τραχηλική λεμφαδενοπάδεια είναι συχνό πρόβλημα στα παιδιά και στους εφήβους. Οι λεμφαδένες αποτελούν τμήμα του ανοσιακού συστήματος και συμβάλλουν στην άμυνα του οργανισμού. Η διό­γκωσή τους μπορεί να είναι αποτέλεσμα πολλαπλασιασμού ενδογενών στοιχείων του αδένα (λεμφοκυττάρων ή ιστιοκυττάρων) ή διήθησης από φλεγμονώδη (λεμφαδενίτιδα) ή από νεοπλασματικά κύττα,ρα. Η συχνότερη αιτία τραχηλικής λεμφαδενοπάθειας στα παιδιά είναι οι λοιμώξεις και μάλιστα οι ιογενείς, τοπικές ή γενι- κευμένες. Ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος και ο β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος της ομάδας Α αποτελούν τα συ­χνότερα μικροβιακά αίτια της οξείας ετερόπλευρης τραχηλικής λεμφαδενίτιδας, ενώ το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης, τα άτυπα μυκοβακτηρίδια και η Bartonella henselae (νόσος από αμυχή γάτας) ευθύνονται για τις περιπτώσεις χρόνιας τραχηλικής λεμφαδενίτιδας. Σπάνια η τραχηλική λεμφαδενοπάδεια μπορεί να είναι εκδήλωση σοβαρότερων νοσημάτων όπως αυτοάνοσων, νοσημάτων θησαυρισμού ή κακοήθειας. Το ιστορικό και η προσεκτική κλινική εξέταση συμβάλλουν ουσιαστικά στη διάγνωση και στην επιλογή κατάλληλων δια­γνωστικών εξετάσεων, ενώ σε υπομία κακοήθειας απαιτείται πιο εκτεταμένος έλεγχος και βιομία του διο­γκωμένου λεμφαδένα.

Διαβάστε περισσότερα »

Στάθμιση των κινητικών κλιμάκων της δοκιμασίας της Griffiths No II, σε παιδιά προσχολικής ηλικίας

Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η στάδμιση των κινητικών κλιμάκων (αβρής και λεπτής) της δοκιμασίας της Griffiths No II, σε παιβιά προσχολικής ηλικίας. Για τη στάδμιση των κινητικών κλιμάκων Α- αβρής και Δ-λεπτής ή Συντονισμού ματιού-χεριού του Griffiths τεστ Νο II, εξετάστηκαν 930 παιδιά (455 αγό¬ρια και 475 κορίτσια) ηλικίας από 37 έως 72 μηνών (3-6 χρόνων). Βρέβηκε η αρχική, μέση και οριακή ηλι¬κία για κάβε δεξιότητα των κλιμάκων Α και Δ και καδορίσδηκαν οι εκατοστιαίες δέσεις ανάλογα με τον αναπτυξιακό δείκτη και τη χρονολογική ηλικία του παιδιού. Έτσι, με μία εύχρηστη μέθοδο μπορεί να κα- θορισθεί η κινητική αναπτυξιακή κατάσταση του παιδιού χωρίς να απαιτείται μεγάλος χρόνος ή ειδικά όρ¬γανα. Από την παρούσα εφαρμογή της δοκιμασίας της Griffiths στα παιδιά της χώρας μας, διαπιστώθηκε ότι ο μέσος όρος των αναπτυξιακών δεικτών και των δύο κλιμάκων ήταν υμηλότερος σε σχέση με τους αντί¬στοιχους δείκτες του δείγματος της Griffiths. Μερικοί από τους παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν την ταχύτερη εξέλιξη της κινητικής ανάπτυξης είναι: η πάροδος του χρόνου, οι περιβαλλοντικές και πολιτισμι¬κές διαφορές μεταξύ των κρατών και ο εμπλουτισμός του διδακτικού προγράμματος με πιο πολύπλοκες και προκλητικές δραστηριότητες, που συνεπάγεται την καλύτερη εκπαίδευση και εξέλιξη του παιδιού.

Διαβάστε περισσότερα »

Θεραπεία συστηματικών μυκητιάσεων: Από την αμφοτερικίνη B στις εχινοκανδίνες

Οι συστηματικές μυκητιακές λοιμώξεις αποτελούν σημαντικό πρόβλημα στην Παιδιατρική και συχνά είναι απειλητικές για τη ζωή. Η Candida είναι ο μύκητας που απομονώνεται συχνότερα με κυρίαρχο είδος την Candida albicans. Ο Aspergillus ευθύνεται επίσης για ένα σημαντικό και διαρκώς αυξανόμενο μέρος των λοιμώξεων αυτών. Τα τελευταία χρόνια αξιοσημείωτη αύξηση παρουσιάζουν οι μυκητιακές λοι­μώξεις από είδη Candida που δεν είναι albicans. Μέχρι πρόσφατα, μοναδική σχεδόν επιλογή για την αντι­μετώπιση των λοιμώξεων αυτών ήταν η δεοξυχολική αμφοτερικίνη Β που αποτέλεσε για περισσότερα από 30 χρόνια τον ακρογωνιαίο λίθο της αντιμυκητιακής θεραπείας. Την τελευταία δεκαετία οι νεότερες αζόλες προστέθηκαν στην αντιμετώπιση των μυκητιάσεων. H δυσκολία στην εξόντωση που εμφανίζουν κάποιοι μύ­κητες, καθώς και η αντοχή που ανέπτυξαν στελέχη της Candida, κατέστησαν ανεπαρκή τη δράση τους. Οι λιπιδιακές μορφές της αμφοτερικίνης Β συνδύασαν υμηλή αποτελεσματικότητα και χαμηλή τοξικότητα αλ­λά έχουν μεγάλο κόστος. Αυτοί οι περιορισμοί σε συνδυασμό με την εμφάνιση σοβαρότατων συστηματικών μυκητιακών λοιμώξεων ιδιαίτερα σε ανοσοκατασταλμένα παιδιά, οδήγησε στην εμφάνιση μιας νέας κατηγο­ρίας φαρμάκων, των εχινοκανδινών. Σήμερα τα κύρια αντιμυκητιακά φάρμακα διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες με βάση τη χημική τους δομή: τα πολυένια, τα νουκλεοσιδικά ανάλογα, τις αζόλες και τις εχινο­κανδίνες. Η αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων απαιτεί την επιλογή και χορήγηση των ενδεδειγμένων αντιμυκητιακών φαρμάκων από τις κατηγορίες που υπάρχουν.

Διαβάστε περισσότερα »
Scroll To Top