Μη χασετε

Αρχείο άρθρων

Ο ρόλος του ενεργοποιητή των β λεμφοκυττάρων στην παθογένεια και εκτίμηση της βαρύτητας του νεανικού συστηματικού ερυθηματώδους λύκου

Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να ερευνηθεί ο ρόλος του ενεργοποιητή των Β λεμφοκυττάρων (BlyS) στην παθογένεια του νεανικού Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου (νΣΕΛ) και η σχέση του με τη βαρύτητα της νόσου. Μελετήθηκαν 34 ασθενείς (92 δείγματα, 35 σε ενεργό φάση της νόσου) με νΣΕΛ (ομάδα μελέτης) και 77 παιδιά που έπασχαν από άλλα ρευματικά ή αυτοάνοσα νοσήματα (51) ή ήταν υγιείς μάρτυρες (26) συγκρίσιμης ηλικίας με τα πάσχοντα (ομάδες ελέγχου).

Διαβάστε περισσότερα »

Εμβολιασμός κατά του πνευμονιοκόκκου παιδιών με χρόνια ρευματικά νοσήματα που υποβάλλονται σε ανοσοκατασταλτική θεραπεία

Εισαγωγή: Στα παιδιά με χρόνια ρευματικά νο¬σήματα (ΧΡΝ)ο πνευμονιόκοκο αποτελεί ένα από τα κύ¬ρια παθογόνα για την πρόκληση διεισδυτικών και σοβα-ρών αναπνευστικών λοιμώξεων. Σκoπόs: Να εκτιμηθεί η ανάγκη εμβολιασμού κατά του πνευμονιοκόκκου καθώs επίση η ασφάλεια και ανοσογονικότητα του Σδύναμου συζευγμένου πνευμονιοκοκκικού εμβολίου (PCV7) σε παι¬διά με ΧΡΝ που υποβάλλονται σε μακροχρόνια ανοσοκα- τασταλτική θεραπεία. Υλικό - Μέθoδos: 56 παιδιά (Α/Κ:11/ 45), ηλιms 3-18 χρόνων (μέση ηλικία 10,7±0,7 χρ) που έπασχαν από ΧΡΝ εμβολιάστηκαν με PCV7 σε 2 δόσεκ με μεσοδιάστημα 4-8 εβδομάδεκ. Πριν τον εμβολιασμό και 42,7±2.3 ημέρεκ μετά (αμέσωκ πριν τη 2η δόση) προσ-διορίστηκαν οι τίτλοι των αντισωμάτων έναντι των 23 συ¬χνότερων ομότυπων του πνευμονιοκόκκου συνολικά και έναντι των 7 ομότυπων του PCV7 ξεχωριστά, με τη μέθο¬δο ELISA. Αποτελέσματα: Πριν τον εμβολιασμό, προστα¬τευτικό τίτλο (>250 mU/ml) έναντι των 23 ομότυπων συ¬νολικά είχε το 59% των ασθενών ενώ προστατευτικό τίτ¬λο (;>0.35 μμ/ml) σε 24 ομότυπου του PCV7 είχε το 35,7%. Μετά την 1η δόση του εμβολίου, το 96% των ασθενών είχε προστατευτικό τίτλο σε ζβ ορότυπουε του εμβολίου. 0 γεωμετρκόε μέσοε τίτλοε των αντισωμάτων αυξήθηκε σημαντικά για κάθε ομότυπο του εμβολίου (p<0.0001), ανεξάρτητα από τηνηλικία, τη μορφή/διάρ- κεια νόσου και το είδοε τηε θεραπεΐαε. Το 75% των ασθε¬νών ανέπτυξε ικανοποιητική αντισωματική απάντηση (τε- τραπλασίασε τον αρχικό τίτλο σε ζ5 ορότυπουε του εμ¬βολίου). Κανείε ασθενήε δεν εμφάνισε έξαρση ή υποτρο¬πή τηε νόσου που να σχετίζονταν με τον εμβολιασμό κα- θώε επίσηε και διεισδυτική ή σοβαρή αναπνευστική λοί¬μωξη κατά το διάστημα τηε 2ετούε παρακολούθηση με¬τά τον εμβολιασμό. Συμπεράσματα: Στη μελέτη αυτή, πριν τον εμβολιασμό, μόνο στο 350% των παιδιών με ΧΡΝ που υποβάλλονται σε ανοσοκατασταλτική αγωγή διαπιστώθη¬κε προστατευτικόε τίτλοε σε ζ4 ορότυπουε του εμβολίου. Το PCV7 αποδείχθηκε ασφαλέε, ανοσογονικό και αποτε¬λεσματικό στα παιδιά αυτά και συνεπώε συνιστάται ανεπι¬φύλακτα η ενεργητική ανοσοποίησή τους.

Διαβάστε περισσότερα »

Θεραπεία υποκατάστασης με υποδόρια έγχυση γ-σφαιρίνης σε παιδιά με πρωχοπαθείς ανοσοανεπάρκειες

Σκοπός: Να μελετηθεί, προοπτικά, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότατα τη υποδόριας έγχυσης γ-σφαι- pivas (SCIG) σε ασθενείς με πρωτοπαθείς ανοσοανεπάρκιες (ΠΑΑ) καθώς επίσης και η επίδρασή της στην ποιότητα ζωής τους. Μέθοδος: Σε ασθενείς με ΠΑΑ που πήραν SCIG καταγράφηκαν, βάσει πρωτοκόλλου, η δόση και ο ρυθμός έγχυσης τη SCIG ανά συνεδρία, τα επίπεδα ανοσοσφαιρινών στον ορό πριν και μετά την έναρξη του υποδόριου σκευάσματος και οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Όλοι οι ασθενείς, πριν, 6 και 12 μήνες μετά την έναρξη τη SCIG, συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο γενικής υγείας GHQ (General Health Questionnaire). Αποτελέσματα: Δέκα αγόρια, ηλικίας 12-20 χρ (διάμεση ηλικία:17 χρ) αντικατέστησαν το ενδοφλέβιο σκεύασμα γ-σφαιρίνη (MG) με το υποδόριο σκεύασμα, τον Οκτώβριο-Δεκέμβριο του 2006. Τέσσερα αγόρια έπασχαν από φυλοσύνδετη αγαμμασφαιριναιμία και 6 από κοινή ποικίλλη ανοσοανεπάρκεια. Οι 4 πρώτες συνεδρίες έγιναν στο Νοσοκομείο, υπό την επίβλεψη ιατρού και μετά την εκπαίδευση των ασθενών και των γονέων τους συνεχίστηκαν κατ' οίκον από τους ίδιους. H SCIG χορηγήθηκε σε δόση 80-150 mg/kg/εβδομάδα και με ρυθμό έγχυσης 10 m/h ο οποίος αυξήθηκε σταδιακά σε 15-20 m/h. Η μέση τιμή των επιπέδων τη IgG στον ορό ήταν 7.98±1.9 g/L έναντι 7.3±0.5 g/L με την IVIG (p=0.38). Οι κυριότερες ανεπιθύμητες ενέργειες, τις οποίες εμφάνισαν όλοι οι ασθενείε, ήταν: ερυθρότητα, οίδημα και κνησμός στο σημείο της έγχυσης, διάρκειας 1-2 ημ στις 10-15 πρώτες συνεδρίες, και 6-8 ώρες στις επόμενες. Κανένας ασθενής δεν εμφάνισε συστηματικές αντι δράσεις. Όλοι οι ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη.

Διαβάστε περισσότερα »

Μικρόβια που απομονώθηκαν από παιδιατρικούς ασθενείς με ουρολοίμωξη κατά το διάστημα 2002-2004: ευαισθησία στα αντιμικροβιακά

Σκοπός: Καταγραφή του είδους και της ευαισθησίας στα συνήθη αντιμικροβιακά φάρμακα των μικροβίων που απομονώθηκαν από παιδιά που νοσηλεύθηκαν με ουρολοίμωξη κατά το χρονικό διάστημα 2002 - 2004, καθώς και σύγκριση με τα ευρήματα προηγουμένων ετών. Υλικό-μέθοδοι: Ανασκοπήθηκαν θετικές καλλιέργειες ούρων στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο του νοσοκομείου, που προέρχονταν από παιδιά που νοσηλεύθηκαν στις δύο παιδιατρικές κλινικές του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα. Η ταυτοποίηση των μικροβίων και ο έλεγχος της ευαισθησίας τους έγινε με τον αυτοματοποιημένο αναλυτή Vitek 2 (bioMerieux, Γαλλία). Αποτελέσματα: Συνολικά απομονώθηκαν 443 ουροπαθογόνα με συχνότερο το Escherichia coli (68%), ακολουθούμενο από την Pseudomonas aeruginosa (9%), Proteus mirabilis (8%) και Klebsiella pneumoniae (5%). Η ευαισθησία του E. coli στην αμπικιλλίνη ήταν 53%, στο συνδυασμό αμοξυκιλλίνης-κλαβουλανικού οξέος 84% και στην κοτριμοξαζόλη 76%, ενώ στις κεφαλοσπορίνες 3ης γενιάς, αμινογλυκοσίδες, φθοριοκινολόνες και καρβαπενέμες ήταν πάνω από 90%. Η ευαισθησία των στελεχών P. aeruginosa ήταν: πιπερακιλλίνη/ταζοβακτάμη 85%, κεφταζιδίμη 82%, ιμιπενέμη 90%, τομπραμυκίνη 90% και σιπροφλοξασίνη 93%. Τα ποσοστά ευαισθησίας του P. mirabilis και της K. pneumoniae ήταν: αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό 97% και 67%, κεφταζιδίμη 100% και 52%, αμικασίνη 97% και 67%, αντίστοιχα Συμπέρασμα: Το E. coli παραμένει το συχνότερο ουροπαθογόνο και η ευαισθησία του στα κοινά αντιμικροβιακά πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόμη κατά την εμπειρική επιλογή της θεραπείας ουρολοίμωξης.

Διαβάστε περισσότερα »
Scroll To Top