Μη χασετε

Αρχείο άρθρων

Μελέτη και αξιολόγηση της έκφρασης του MDR1 γονιδίου στην παιδική οξεία λευχαιμία

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η μελέτη της γονιδιακής έκφρασης μεταγραφημάτων (mRNA) του MDR1 γονιδίου σε παιδιά με ΟΛΛ και η συσχέτιση των επιπέδων έκφρασης του με τους καθιε­ρωμένους προγνωστικούς παράγοντες, την ανταπόκριση στη χημειοθεραπεία ή την εμφάνιση πρώιμης υπο­τροπής. Υλικό και μέθοδος: Μελετήθηκαν συνολικά 49 παιδιά, 23 κορίτσια και 26 αγόρια, διάμεσης ηλι­κίας 5,5 έτη (εύρος: 15μηνών έως 12,5 ετών) με ΟΛΛ που έλαβαν το χημειοθεραπευτικό πρωτόκολλο BFM95. Την ομάδα ελέγχου αποτέλεσαν 7 παιδιά τα οποία υποβλήθηκαν σε διαγνωστική οστεομυελική βιομία που απέβει φυσιολογική. Η έκφραση του mRNA του MDR1 γονιδίου και της β-ακτίνης ως εσωτερικός μάρτυρας μελετήθηκε σε μονοπύρηνα κύτταρα του μυελού με την αντίστροφης-τρανσκριπτάσης αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (RT-PCR) και κατάλληλους εκκινητές. Ως δείκτης έκφρασης (ΔΕ) των MDR-γονιδίων ορίστηκε το πηλίκο της έντασης του DNA του MDR1 γονιδίου προς αυτό της β-ακτίνης. Αποτελέσματα: Υμηλός ΔΕ για το MDR1 γονίδιο βρέθηκε σε 18 (36,7%) ασθενείς. Η έκφραση του MDR1 γονιδίου ήταν στατιστικώς σημα­ντικά υμηλότερη στους ασθενείς της μελέτης μας σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Οι ασθενείς με υμηλό ΔΕ για το MDR1 γονίδιο είχαν στατιστικώς σημαντικά δυσμενέστερη πρόγνωση σε σχέση με αυτούς με χαμηλό ΔΕ [Ποσοστό ελεύθερης νόσου επιβίωσης 86,67% και 55,56%, αντίστοιχα (p log rank:0,03)]. Σημαντικά υμη- λότερος ΔΕ βρέθηκε κατά την υποτροπή της νόσου σε σχέση με τον ΔΕ κατά τη διάγνωση σε 4 ζεύγη δειγ­μάτων που μελετήθηκαν τόσο κατά τη διάγνωση όσο κια κατά την υποτροπή. Η υμηλή έκφραση του MDR1 γονιδίου δε σχετιζόταν με τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων, τον ανοσοφαινότυπο, την ανταπόκριση στη χορήγηση πρεδνιζόνης και την κατάταξη σε ομάδες κινδύνου κατά NCI. Επιπλέον, οι ασθενείς με υμηλό ΔΕ για το MDR1 γονίδιο είχαν 3,34 φορές υμηλότερο σχετικό κίνδυνο να εμφανίσουν υποτροπή ή μη επίτευξη ύφεσης. Συμπεράσματα: Η έκφραση του MDR1 γονιδίου αποτελεί ένα βιολογικό δείκτη που βοηθά στην εκτί­μηση του κινδύνου θεραπευτικής αποτυχίας και είναι χρήσιμο να συνεκτιμάται μαζί με τους υπόλοιπους προγνωστικούς παράγοντες.

Διαβάστε περισσότερα »

B-τύπου λεμφοβλαστικές κακοήθειες στα παιδιά – Εμπειρία 12 χρόνων

Τα μη Hodgkin Λεμφώματα (ΜΗΛ) απαντώνται λιγότερο συχνά στην παιδική ηλικία σε σύγκριση με τους ενήλικες. Όσον αφορά την ιστολογία των Β-κυτταρικής αρχής ΜΗΛ ο συχνότερος υπότυπος είναι το λέμφωμα Burkitt (BL). Στην παρούσα μελέτη αποδεικνύεται και τονίζεται η βελτίωση της πρόγνωσης των Β - κυτταρικής αρχής ΜΗΛ στα παιδιά με τη χρήση εντατικών πρωτοκόλλων πολυχημειοδεραπείας. Από τον Μάιο του 1992 έως τον Φεβρουάριο του 2004 νοσηλεύτηκαν 20 παιδιά, 17 αγόρια και 3 κορίτσια με Β-τύπου ΜΗΛ. Η πρωτοπαθής εντόπιση ήταν: η κοιλιακή χώρα σε 12, οι περιφερικοί λεμφαδένες σε 3, ο δακτύλιος του Waldayer σε 3, οι άρχεις σε έναν και το ΚΝΣ σε ένα ασθενή. Δύο ήταν σταδίου I, 4 σταδίου II, 9 σταδίου III και 5 σταδίου IV. Αντιμετωπίσθηκαν με το UKCCSGC (MRC) 901, 902 ή 903 πρωτόκολλο. Πέντε ασθενείς λόγω υποτροπής υποβλήθηκαν μετά την επιτευχθείσα ύφεση σε μεγαδεραπεία και αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων περιφερικού αίματος (ΜΑΑΚ). Στη ζωή βρίσκονται ελεύθεροι νόσου 16 ασθενείς με μέση διάρκεια παρακολούθησης 51 (9-120) μήνες. Τέσσερεις ασθενείς κατέληξαν, 3 λόγω ανθεκτικότητας της νόσου και μια ασθενής λόγω τοξικότητος της θεραπείας.

Διαβάστε περισσότερα »

Μελέτη του οστικού μεταβολισμού σε παιδιά με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία μετά το τέλος της χημειοθεραπείας εφόδου

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εκτίμηση του οστικού μεταβολισμού σε παιδιά με οξεία λεμφοβλαστικη λευχαιμία μετά το τέλος της χημειοδεραπείας εφόδου. Υλικό της μελέτης απατέλεσαν 13 παιδιά με οξεία λεμφαβλαστικη λευχαιμία (ΟΛΑ), που ολοκλήρωσαν τη φάση εφόδου με το πρωτόκολλο ALL BFM ’95, στα οποία έγινε προσδιορισμός της οστικης πυκνότητας (bone mineral density: g/cm2) της σπονδυλικής στήλης (Ο1- Ο4) με τη μέθοδο της απορρόφησης διπλής ενέργειας δέσμης φωτονίων υμηλής ενέργειας (DEXA).Για κάθε παιδί έγινε καταγραφή του φύλου, της ηλικίας, της αθροιστικής δόσης των κορτικοστεροειδών, των σωματομετρικών παραμέτρων καθώς επίσης και προσδιορισμός των τιμών του ασβεστίου, του μαγνησίου, του φωσφόρου και της αλκαλικής φωσφατάσης ταυ ορού. Οι τιμές της οστικης πυκνότητας εκφράστηκαν σε τιμές z- scores, οι οποίες εκφράζουν την απόκλιση από τη μέση τιμή της οστικης πυκνότητας για την ηλικία, το βάρος, το ύψος και το φύλο αντίστοιχα. Τέλος οι προαναφερθείσες παράμετροι συσχετίστηκαν με τις αντιστοιχείς ομάδας ελέγχου, αποτελούμενης από 13 υγιή παιδιά. Αποτελέσματα: από τα 13 παιδιά που μελετήθηκαν, 8 κατατάχθηκαν στην ομάδα χαμηλού και 5 στην υμηλού κινδύνου. Με βάση τις τιμές z-scores 6 χαρακτηρίστηκαν φυσιολογικά (z-score <1 SD),ενώ σε 6 παιδιά οι τιμές των z-scores ήταν ενδεικτικές οστεοπενίας (z-score 12.5SD) και σε ένα παιδί ενδεικτική οστεοπόρωσης (z-score >2.5 SD). Από τη στατιστική ανάλυση με τη δοκιμασία t-test για ανεξάρτητα δείγματα προέκυμε μειωμένη μέση τιμή z-score (-1.28) στα παιδιά με ΟΛΑ, ενώ η αντίστοιχη τιμή των μαρτύρων ήταν -0.47 (p=0.014). Αντίστοιχη στατιστική σημαντικστητα βρέθηκε και από τη συσχέτιση της οστικής πυκνότητας στις δύο ομάδες παιδιών (μέση τιμή 0.623 g/cm2 για τα παιδιά με λευχαιμία έναντι 0.690 g/cm2 για τους μάρτυρες, p=0.012), ενώ δε βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά της οστικής πυκνότητας και του >z-score μεταξύ των παιδιών χαμηλού ή υμηλού κινδύνου, την αθροιστική δόση των χημειοθεραπευτικών και το φύλο. Από τους βιοχημικούς δείκτες που μελετήθηκαν, δεν διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές των τιμών τους μεταξύ ασθενών και μαρτύρων. Συμπερασματικά πρακύπτει άτι τα παιδιά με ΟΛΑ παpαυσιάζαυv σε μεγάλα βαθμό αστεαπεvία μετά την εντατική χημειαθεραπεία εφόδσυ.

Διαβάστε περισσότερα »
Scroll To Top