Μη χασετε

Αρχείο άρθρων

Το Αναπτυξιακό Ανιχνευτικό Τεστ Denver II στα Ελληνόπουλα

Η εφαρμογή του αναπτυξιακού ανιχνευτικού τεστ Denver έγειρε προβληματισμούς με την πάροδο των ετών στην επιστημονική κοινότητα αναφορικά με συγκεκριμένα στοιχεία. Αυτό τελικά οδήγησε τους ειδικούς στη μεγάλη αναδιαμόρφωση και στην τελική επιλογή των 125 δεξιοτήτων του Denver II, τα οποία βασίζονται στα παρακάτω κριτήρια: την ευκολία εφαρμογής και αξιολόγησης, την ανταπόκριση της δεξιότητας στο παιδί και τον εξεταστή, την αξιοπιστία τόσο μεταξύ των εξεταστών την ίδια χρονική στιγμή όσο και μεταξύ διαφορετικών χρονικών στιγμών από τον ίδιο εξεταστή, τις ελάχιστες βαθμολογήσεις με «άρνηση» και τις ελάχιστες βαθμολογήσεις «χωρίς ευκαιρία» και μία απρόσκοπτη εξέλιξη, σε όλες τις ηλικίες στις οποίες το 90% των παιδιών μπορούσαν να εκτελέσουν τη δεξιότητα-στόχο. Σε αυτή τη μελέτη εφαρμόσαμε το αναθεωρημένο αναπτυξιακό ανιχνευτικό τεστ Denver II σε 2090 Ελληνόπουλα ηλικίας 15 ημερών έως 6 ετών. Χρησιμοποιώντας την ανάδρομη ανάλυση, προσδιορίσαμε τους αναπτυξιακούς σταθμούς των δεξιοτήτων για όλο το δείγμα. Οι κυριότερες διαφοροποιήσεις του αναπτυξιακού ανιχνευτικού τεστ Denver που σταθμίστηκε πριν 25 χρόνια στα Ελληνόπουλα με το Denver II που εφαρμόσαμε στην παρούσα μελέτη, σημειώνονται στα εξής: οι γλωσσικές δεξιότητες αυξήθηκαν κατά 86% και προστέθηκαν δύο δεξιότητες άρθρωσης, νέα ηλικιακή κλίμακα και νέα ερμηνεία των δεξιοτήτων προκειμένου να εντοπιστούν ήπιες καθυστερήσεις, καινούρια κλίμακα διαβάθμισης της συμπεριφοράς και καινούρια εργαλεία για το τεστ.

Διαβάστε περισσότερα »

Εφαρμογή και αξιολόγηση της δοκιμασίας ελέγχου αδρής κινητικότητας (GMFM) σε παιδιά με εγκεφαλική παράλυση σε παιδιά με σύνδρομο Down και σε φυσιολογικά παιδιά στην Ελλάδα

Η ανάπτυξη ποικίλων θεραπευτικών παρεμβάσεων με σκοπό την κινητική βελτίωση των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση, οδήγησε στην επιτακτική ανάγκη σχεδιασμού και εφαρμογής μεθόδων αντικειμενικού προσδιορισμού της μεταβολής της κινητικότητας που παρουσιάζουν οι ασθενείς αυτοί. Μια τέτοια μέθοδο αποτελεί και η λειτουργική δοκιμασία έλεγχο της αδρής κινητικότητας, ευρύτερα γνωστή ως GMFM (Gross Motor Function Measure) που σχεδιάστηκε από τη Russel και τους συνεργάτες της με βάση τα στάδια της φυσιολογικής ωρίμανσης της αδρής κινητικότητας. Βασικά και απαραίτητα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας δοκιμασίας είναι η αξιοπιστία (reliability) και η εγκυρότητά (validity) της. Σκοπός της παρούσας μελέτης, ήταν η εφαρμογή του GMFM στην Ελλάδα σε παιδιά με εγκεφαλική παράλυση, σε παιδιά με σύνδρομο Down και σε φυσιολογικά παιδιά καθώς και η αξιολόγηση της ως προς την αξιοπιστία και την εγκυρότητά της. Μέθοδοι: α) Ο έλεγχος της αξιοπιστίας του τεστ στηρίχθηκε: 1. Στην εφαρμογή, βαθμολόγηση και σύγκριση των αποτελεσμάτων του από 3 διαφορετικούς εξεταστές (intra-observer agreement) μετά την παρακολούθηση βιντεοσκοπημένων δοκιμασιών σε 114 παιδιά με εγκεφαλική παράλυση και 27 παιδιά με σύνδρομο Down. 2. Στη διαδοχική εφαρμογή του σε 13 παιδιά με εγκεφαλική παράλυση, στο μικρό χρονικό διάστημα των 3-4 ημερών ώστε να τεκμηριωθεί η ικανότητα του να δίνει τα ίδια αποτελέσματα σε σταθερό δείγμα (test-retest reliability). 3. Στη διαδοχική εφαρμογή του και βαθμολόγηση, σε 34 παιδιά με εγκεφαλική παράλυση και 24 με σύνδρομο Down, σε μεσοδιάστημα 6 μηνών και στη συνέχεια συγκρίναμε τη μεταβολή που κατέγραμαν οι 3 εξεταστές για να διαπιστωθεί αν αυτές διέφεραν στατιστικά. ,) Ο έλεγχος της εγκυρότητας του GMFM, λόγω ελλείμεως ανάλογης έγκυρης δοκιμασίας, η οποία δα μπορούσε και να αποτελέσει το μέτρο σύγκρισης των αποτελεσμάτων του GMFM, βασίστηκε στον έλεγχο πέντε λογικών υποθέσεων, ανάλογων με αυτών που χρησιμοποίησαν και οι συγγραφείς του τεστ. Η στατιστική ανάλυση των αποτελεσμάτων και των πέντε υποθέσεων έγινε με το μη συσχετισμένο έλεγχο t (independed sample t-test) για να διαπιστωθεί αν προκύπτει στατιστικά σημαντική διαφορά στα βαθμολογικά αποτελέσματά των εκάστοτε εξεταζόμενων ομάδων. Αποτελέσματα: α) Αξιοπιστίας: 1. Διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει καμία στατιστική ένδειξη μη συμφωνίας των βαθμολογικών αποτελεσμάτων μεταξύ των 3 εξεταστών τόσο για την ομάδα παιδιών με ΕΠ (F=0,06 p=0,994>0,05) όσο και για την ομάδα των παιδιών με σύνδρομο Down (F=0,001 p= 0,999). 2. Δε διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στις βαθμολογίες του πρώτου εξεταστή στην πρώτη και δεύτερη εξέταση που πραγματοποιήθηκε μετά την παρέλευση του σύντομου χρονικού διαστήματος των 3-4 ημερών, τόσο για τη συνολική βαθμολογία όσο και για τις επιμέρους βαθμολογίες των 5 ενοτήτων (dimensions) του τεστ (p>0,05). 3. Η στατιστική ανάλυση έδειξε ότι δεν υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά τόσο στη μεταβολή που καταγράφηκε για την ομάδα της ΕΠ (F=0,01 p=0,990) όσο και για την ομάδα των παιδιών με σ. Down (F=0,014 p=0,986). β) Εγκυρότητας:Τα στατιστικά αποτελέσματα επαλήθευσαν και τις πέντε«λογικές» υποδέσεις γεγονός που τεκμηριώνει την ικανότητα της δοκιμασίας να εκπληρώνει το σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκε και εφαρμόζεται.

Διαβάστε περισσότερα »
Scroll To Top