Μη χασετε

Αρχείο άρθρων

Μικροβιαιμία σε παιδιατρικούς ασθένειες με αιματολογικές κακοήθειες

Οι συστηματικές λοιμώξεις αποτελούν το σημαντικότερο αίτιο νοσηρότητας και θνητότητας στα παιδιά που πάσχουν από αιματολογικές κακοήθειες. Η λοίμωξη παραμένει η συχνότερη και σοβαρότερη επιπλοκή της ουδετεροπενίας που προκαλείται από τη χημειοθεραπεία ή ακολουθεί τη μεταμόσχευση του μυελού των οστών. Σκοπός της μελέτης μας είναι η καταγραφή των μικροβίων που προκαλούν βακτηριαιμία, των προδιαθεσικών παραγόντων, των κλινικών και εργαστηριακών ευρημάτων καθώς επίσης και της έκβασης της βακτηριαιμίας. Μελετήθηκαν αναδρομικά 29 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν με αιματολογικές κακοήθειες στη Β' Παιδιατρική Κλινική του Α.Π.Θ, κατά το χρονικό διάστημα 2000-2002. Καταγράφηκαν 59 θετικές αιμοκαλλιέργειες. Από τους 29 ασθενείς 20 (69%) είχαν οξεία λευχαιμία και 9 (31%) λέμφωμα.. Το 83,1% των μικροβιαιμιών αφορούσε παιδιά με λευχαιμία που υποβάλονταν σε εντατική χημειοθεραπεία εφόδου και επανεφόδου. Από το σύνολο των 59 επεισοδίων μικροβιαιμίας 51 (86,4%) αφορούσαν παιδιά με κεντρικό φλεβικό καθετήρα τύπου ροτί-α-εαλά. Από τα απομονωδέντα μικρόβια, 35 (59,3%) ήταν Gram θετικά και 24 (40,7%) Gram αρνητικά. Μεταξύ των Gram θετικών μικροβίων οι σταφυλόκοκκοι πηκτάση αρνητικοί (St. Epidermidis, St. Mitis, St. Capitis, St. Haemolyticus, St. Sciuri) αποτελούσαν το 88,6% και ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος το 11,4%. Μεταξύ των Gram αρνητικών μικροβίων η Escherichia coli απομονώθηκε σε 11 αιμοκαλλιέργειες (45,8%), η Klebsiella Pneumoniae σε 7 (29,2%) και η pseudomonas aeruginosa σε 5 (20,8%). Από την καταγραφή των εργαστηριακών δεικτών φλεγμονής προέκυμε ότι η CRP ήταν αυξημένη (10-20 mg/dl) στο 27.1% και >20 mg/dl στο 13.6%. Η ΤΚΕ αντίστοιχα ήταν >50-100 mm στο 44,1% και >100 mm στο 33,9% των παιδιών. H PCT μελετήθηκε σε 25 ασθενείς και καταγράφηκε μέτρια θετική (>2-10 ng/ml) σε 5 (20%) και εντόνως δετική (>10 ng/ml) σε 11 ασθενείς (44%). Η πλειονότητα των εμπύρετων επεισοδίων με θετική καλλιέργεια αίματος καταγράφηκε σε ουδετεροπενικούς ασθενείς (74,6%) σε φάση βαριάς μυελικής απλασίας (ANC* <100/mm3). Από τα 29 παιδιά 2 (6,9%) κατέληξαν εξ αιτίας πολυοργανικής ανεπάρκειας. Συμπερασματικά προκύπτει ότι η μικροβιαιμία συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό αίτιο νοσηρότητας και θνητότητας σε παιδιά με αιματολογικές κακοήθειες και οφείλεται συχνότερα σε Gram θετικά μικρόβια. Οι εργαστηριακοί δείκτες λοίμωξης (ΤΚΕ, CRP και PCT) επί κλινικών ενδείξεων θέτουν την υπόνοια της μικροβιαιμίας και βοηθούν στην παρακολούθηση και έκβασή της.

Διαβάστε περισσότερα »

Συγκριτική μελέτη δύο μεθόδων προσδιορισμού προκαλσιτονίνης

Πολλοί παράγοντες που συμμετέχουν στη λοίμωξη διερευνήθηκαν κατά καιρούς προκειμένου να αποτελέσουν δείκτες της έγκαιρης διάγνωσης της βακτηριακης λοίμωξης. Οι παράγοντες αυτοί θα πρέπει να προσδιορίζονται εύκολα, γρήγορα, με χαμηλό κόστος και αυξημένη ειδικότητα και ευαισθησία. Ενας τέτοι­ος παράγοντας είναι η προκαλσιτονίνη (PCT). Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η σύγκριση δύο μεθόδων προσδιορισμού της προκαλσιτονίνης στον ορό ασθενών με λοίμωξη. Η μία μέθοδος αφορά τον ταχύ ημιποσοτικό προσδιορισμό της προκαλσιτονίνης με ανοσοχρωματογραφικη μέθοδο (PCT-Q) και η άλλη τον ποσο­τικό προσδιορισμό της με χημειοφωταύγεια (LUMItest PCT). Η μελέτη περιλάμβανε 175 παιδιά με λοίμωξη, στα οποία έγινε προσδιορισμός της PCT (α) με την ταχεία ανοσοχρωματογραφικη μέθοδο, (PCT-Q, ημιποσοτικός προσδιορισμός), και (β) με τη μέθοδο της χημειοφωταύγειας (LUMItest PCT, ποσοτικός προσδιορισμός). Τα παιδιά αυτά χωρίσθηκαν σε 4 ομάδες ανάλογα με τα επίπεδα PCT-Q ορού: η ομάδα Α περιλάμβανε 58 παιδιά τα οποία είχαν PCT <0,5 ng/ml, η ομάδα Β 36 παιδιά με επίπεδα PCT που κυμαίνονταν μεταξύ 0,5 ng/ml και 2 ng/ml, η ομάδα Γ 48 παιδιά με επίπεδα PCT που κυμαίνονταν μεταξύ 2 ng/ml και 10 ng/ml και η ομάδα Δ 33 παιδιά με PCT >10 ng/ml. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα η ευαισθησία της ταχείας ανοσοχρωματογραφικης μεθόδου (PCT-Q) και της μεθόδου με χημειοφωταύγεια (LUMItest PCT) είναι 91,7 % και 100% αντίστοιχα ενώ η ειδικότητα είναι 98,1% και 98,9% αντίστοιχα.. Στις ομάδες Α κα.ι Β όπου το εύρος των τιμών είναι μικρό, το σφάλμα εκτίμησης με την PCT-Q φθάνει στο 4% ενώ στις ομάδες Γ και Δ όπου το εύρος τιμών είναι μεγαλύτερο φθάνει στο 12,5 και 6,5% αντίστοιχα. Το σφάλμα παρατηρείται κυρίως στις οριακές τιμές. Η μέθοδος PCT-Q έχει το πλεονέκτημα ότι είναι ταχεία, δε χρειάζεται ειδικό εργαστηριακό εξοπλισμό και έχει μικρό σφάλμα εκτίμησης. Στις μικροβιακές λοιμώξεις μετά την έναρξη της αντιμικροβιακης θεραπείας, προκειμένου να γίνει περαιτέρω παρακολούθηση της πορείας της νόσου και της ανταπό­κρισης στη θεραπεία θα πρέπει να γίνεται και ο ποσοτικός προσδιορισμός της PCT. Ο προσδιορισμός αυτός θα πρέπει να ακολουθεί τον αρχικό ταχύ ημιποσοτικό προσδιορισμό της PCT (PCT-Q).

Διαβάστε περισσότερα »

Κυτταρογενετική διερεύνηση 105 ατόμων από οικογένειες με αμοιβαίες μεταθέσεις (reciprocal translocations)

Σκοπός της εργασίας ήταν να μελετήσουμε τις οικογένειες με αμοιβαίες μεταβάσεις [(AM) (re¬ciprocal translocations)], να εκτιμήσουμε τις επιπτώσεις αυτών στην αναπαραγωγή και να εκθέσουμε την συμβολή μας στην πρόλημη. Μέθοδος: Τα έτη 1973-2002 ερευνήσαμε κυτταρογενετικά 27 οικογένειες με AM αυτοσωματικών χρωμοσωμάτων και ανασκοπήσαμε τους φακέλους των και των συγγενών των. Τις ομα¬δοποιήσαμε σε ομάδες: ομάδα A, με κληρονομικές ισορροπημένες AM, ομάδα Β με de novo ισορροπημένες AM και ομάδα Γ με de novo μη ισορροπημένες AM. Καταγράμαμε τους καρυοτύπους, την ένδειξη ελέγχου, την ηλικία των γονέων, τα προβλήματα αναπαραγωγής, τα ευρήματα της αμνιοκέντησης και συγκρίναμε τα ευρήματα της ομάδας A με αυτά των Β και Γ. Ενρήματα: Ερευνήσαμε συνολικά 105 άτομα: από την A (14 οικογένειες) 62, από την Β (5 οικογένειες) 13 και από την Γ (8 οικογένειες) 30. Στην A, φορείς ήταν 8 μη¬τέρες νεαρής ηλικίας 20-32 ετών και 6 πατέρες. Ένδειξη ελέγχου των οικογενειών ήταν: α) μόνο αποβολές (2-4 α' τριμήνου) σε 4 β) αποβολές και δυσπλαστικό παιδί σε 10. Οι 14 οικογένειες είχαν συνολικά 28 απο¬βολές, 10 δυσπλαστικά παιδιά (3 επιξούν), 5 φορείς, 7 άτομα με φυσιολογικά χρωμοσώματα και ένα με σύν¬δρομο cri du chat:. Η μέση ηλικία των μητέρων κατά τον τοκετό ήταν 26 έτη. Διενεργήσαμε 14 αμνιοκεντή- σεις σε 9 οικσγένειες και γεννήθηκαν 11 υγιή παιδιά (7 φορείς και 4 με φυσιολογικά χρωμοσώματα), ενώ έγινε διακοπή σε 3 παθολογικά έμβρυα, τα οποία είχαν μη ισορροπημένη μετάθεση. Στην ομάδα Β οι 5 de novo φορείς ήταν: 2 γυναίκες, 19 και 29 ετών, με αραιομηνόρροια και πρωτοπαθή αμηνόρροια αντίστοιχα και με καρυοτύπους 46,XX,t (4;X)(p16;q24— ter) και 46,XX,t (9;X)(q31- ter;p22), ενώ 3 ήταν έμβρυα προ¬ϊόντα αμνιοκέντησης, λόγω προχωρημένης ηλικίας της μητέρας (43 ετών) το ένα και λόγω υπερηχογραφι- κών ευρημάτων των εμβρύων σε δύο νεαρές έγκυες (22 και 25 ετών) τα άλλα δύο. Σε 2 έγινε διακοπή, ενώ 1 γεννήθηκε (σήμερα είναι 10 ετών φυσιολογικό αγόρι). Στην ομάδα Γ οι 6 ασθενείς ερευνήθηκαν λόγω πολ¬λαπλών δυσπλασιών και νοητικής υστέρησης, ένα κορίτσι για χαμηλό ανάστημα (45,XO/46,XXp+) και τέλος ένα έμβρυο προγεννητικά λόγω προηγουμένου δυσπλαστικού παιδιού στην οικογένειά του. Σε 6 ασθενείς δεν ήταν δυνατόν να ταυτοποιηθεί το επιπλέον γενετικό υλικό με τις μεθόδους Q- και G-banding. Η μέση ηλικία των μητέρων ήταν 27 ετών και δεν είχαν προβλήματα αναπαραγωγής. Υπήρχαν 4 υγιή παιδιά και γεννή¬θηκαν σε 2 οικογένειες με αμνιοκέντηση άλλα 2 υγιή νεογνά. Σνμπεράσματα: Οι κληρονομικές και de novo μεταθέσεις αριθμητικά ήταν περίπου ίσες (14/27, 13/27). Οι ηλικίες των μητέρων ήταν επίσης συ¬γκρίσιμες (26:27 έτη). Οι οικογένειες με κληρονομική μετάθεση, ενώ είχαν πολλά προβλήματα αναπαραγω¬γής, είχαν τα λιγότερα ζώντα παθολογικά παιδιά σε σχέση με τις de novo (3/14, 9/13). Η αποκάλυμη των φορέων προλαμβάνει τα προβλήματα αναπαραγωγής τους. Φαίνεται λοιπόν ότι υπάρχει ανάγκη πολύ προ¬σεκτικής και συστηματικής παρακολούθησης των κυήσεων ιδίως των νέων μητέρων και με ελεύθερο ιστο¬ρικό, με σωστή χρήση των πρόσφατων ορολογικών και υπερηχογραφικών δεικτών, οι οποίοι οδηγούν στην έγκαιρη αναγνώριση των de novo χρωμοσωμικών μεταθέσεων.

Διαβάστε περισσότερα »
Scroll To Top